ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου: Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Παπανδρέου «Ιστορίες της τσέπης»

II. ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική;*

Το πρώτο βιβλίο που θυμάμαι να έχω διαβάσει ολόκληρο στα ελληνικά, όταν φτάσαμε τη δεκαετία του 1960 στην Ελλάδα από την Καλιφόρνια, ήταν ένα της Πηνελόπης Δέλτα –τι όμορφο όνομα κι αυτό– μιλούσε για ένα παιδί της ηλικίας μου περίπου που έτρεχεπάνω κάτω στα σύνορά μας την εποχή των Βαλκανικών πολέμων. Η Πηνελόπη Δέλτα, όπως έμαθα πολλά χρόνια αργότερα, ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση, μέσα από τα παιδικά βιβλία της ήθελε να διαμορφώσει την ελληνική συνείδηση.

Λίγο μετά μου έδωσε ο νονός μου –δε ζει πια- ένα βιβλίο τουΛουντέμη, πάλι με ήρωα ένα παιδί, που είχε τίτλο Ένα παιδίμετράει τ’ άστρα. Μεταξύ άλλων αφηγείται πώς ένα φτωχό παιδίμαθαίνει γράμματα. «Κρύωνε ο καημένος ο κόσμος τούτο τοφθινόπωρο. Κρύωνε σαν αμαρτωλός. Κρύωναν και τα σπίτια αυτήςτης πόλης. Είχαν στριμωχτεί εκεί απάνου στην ποδιά του βουνού, απ’ τα παλιά χρόνια, και τώρα μετάνιωναν. Μα ήταν πια πολύ αργά. Τώρα είχαν γίνει πόλη. Σηκώνεται και φεύγει, έτσι εύκολα, μια πόλη;»

Πριν προλάβω να διαβάσω άλλο ελληνικό βιβλίο, ήρθε η χούντα. 1967. Απρίλης. Σε αντίθεση με την πόλη του Λουντέμη που δενμπορεί να κουνηθεί απ’ τη θέση της, εμείς μπορούσαμε και φύγαμεαπό την Ελλάδα. Μετά από κάποιες περιπέτειες, καταλήξαμε στονΚαναδά. Εκεί σταμάτησε η σχέση μου με την ελληνική λογοτεχνία – όχι φυσικά με το βιβλίο γενικά, αλλά με το ελληνικό βιβλίο. Στοπ. Η μάλλον σχεδόν στοπ. Για περίπου έξι εφτά χρόνια τα μόνα ελληνικά που άκουγα ήταν εκείνα του πατέρα μου, όταν συζητούσεμε τους επισκέπτες-επαναστάτες της εποχής. Ευτυχώς όμως υπήρχεκαι το ελληνικό τραγούδι και μαζί του οι ποιητές. Ποιήματα όπωςεκείνο του Ελύτη όπου λέει Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική ενώστις αμμουδιές του Ομήρου… σπάροι και πέρκες, ανεμόδαρτα ρήματα… 

Παύση. Το ρήμα. Τι μας έλεγαν στο Δημοτικό για τον ορισμό τουρήματος; Όπως τα θυμάμαι –γιατί πήγα μόνο τρία χρόνια στοΔημοτικό στην Ελλάδα– τα ρήματα είναι λέξεις που«χαρακτηρίζονται από δράση». Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, μελετώντας το γραπτό κείμενο, δίνω το δικό μου ορισμό. Δε μουαρέσει καθόλου ο σχολικός ορισμός του ρήματος επειδή είναι παθητικό – εκείνο το βαρύ και πένθιμο «χαρακτηρίζεται από δράση». Καλύτερα να πει κανείς ότι τα ρήματα κινούνται, δρουν, χτυπάνε, κάνουν, χαμογελάνε, κλαίνε, αρνούνται, πετάνε, πονάνε, καμαρώνουν, τρέχουν και πηδάνε. Τα ρήματα σπρώχνουν τη γραφήκαι είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της γλώσσας μας. (Πρότασηχωρίς ρήμα δεν υπάρχει, όπως μάθαμε στο Δημοτικό… Όμωςσήμερα πια, όπου στη γραφή όλα επιτρέπονται, υπάρχουν και προτάσεις χωρίς ρήματα. Να.)

Δεν επέστρεψα στην Ελλάδα όταν έπεσε η δικτατορία το 1974, αλλά ξεκίνησα τις μακρόχρονες σπουδές μου στα οικονομικά στα πανεπιστήμια της Βόρειας Αμερικής. Έμαθα μια τρίτη γλώσσα -ισοζύγια πληρωμών, πλεόνασμα, ζήτηση, αγορές, επιχείρηση, μεγιστοποίηση, κόστος και όφελος, δομή της βιομηχανίας– και τηνέμαθα αρκετά καλά. Όμως το ελληνικό μου «γλωσσικό έλλειμμα» -κάτι σαν το σημερινό μας «δημοκρατικό έλλειμμα», αν επιτρέπετε– φούσκωνε καθημερινά και με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Μιλούσα φυσικά με Έλληνες συμφοιτητές, διάβαζα καμιάεφημερίδα, αλλά δε μαθαίνει έτσι κανείς τη γλώσσα. Ένας Ελληνοαμερικανός καθηγητής μού έδωσε το βιβλίο του για τονΡίτσο.

Ξαφνιάστηκα. Δεν ήξερα ότι τα τραγούδια που άκουγα ήταν δικάτου – ή μάλλον το ήξερα, αλλά μου είχε διαφύγει η ποιότητά τους.

Στα ποιήματά του ανακάλυψα μια Ελλάδα πολύ διαφορετική από εκείνη που είχα γνωρίσει – ή μάλλον ακριβώς το αντίθετο. Ήταν η Ελλάδα που φανταζόμουν. Η Ελλάδα κάπου στο υποσυνείδητό μου. Κάθε του ποίημα ήταν σαν μια φωτογραφία, ενώ η ποιητικήσυλλογή του ήταν σαν να μου άνοιγε κάποιος το οικογενειακόάλμπουμ από ένα ταξίδι στην επαρχία.

Ξαφνιάστηκα με την ένταση και την τολμηρότητα των εικόνων του. Η Ελλάδα του ήταν αυστηρή, τραγική, αλλά και με χιούμορ, γεμάτημε την ανδροπρέπεια και την περηφάνια των καθημερινώνανθρώπων, με λεβέντες και παλικάρια, όμως και μια Ελλάδα γεμάτηηλικιωμένους, σακατεμένους, που είχαν μόνο ένα μάτι ή ένα χέρι. Η νύχτα σε γδύνει, γράφει στο Νυχτερινό, ενώ αλλού μιλάει για τοκουτσό φεγγάρι, οι φωνές που πέφτουν σαν μεγάλα φτυάρια χώμα, τα ξέφτια, τόπους τόπους, μεγαλώναν σαν τα φρύδια των γερόντωνκαι στο ποίημα «Ο Διαβήτης», Δάγκωσε το ψωμί σα να μασούσελαίμαργα το τελευταίο του ψέμα.

Ο Ρίτσος όλα τα προσέχει. Τα καλάθια γεμάτα με φιρίκια, έναν κουβά με ψάρια να κάθεται στο κεφαλόσκαλο, ένα παιδί μόνο τουστο ασανσέρ, κρατώντας ένα μολύβι που μόλις έκλεψε απ’ το φίλοτου, ένας υδραυλικός με την μπλε του φόρμα να ανάβει το τσιγάρο, ένα ποδήλατο που είναι στηριγμένο στον τοίχο, ένα αναπηρικόκαρότσι δεμένο σε μια κολόνα της ΔΕΗ. Ήταν εικόνες που τιςαναγνώρισα αμέσως. Ο Ρίτσος πρώτος ξεκλείδωσε μέσα μου τηνΕλλάδα που θυμόμουν από μικρός, μια Ελλάδα που κοιμόταν εκείτόσα χρόνια, σε κάποιο ξεχασμένο ντουλάπι της ψυχής μου.

Στο εξωτερικό, διαβάζοντας τους ποιητές, προσπάθησα να ανοικοδομήσω τη χώρα από απόσταση. Δεν ήταν εύκολη δουλειά.

Πρώτα απ’ όλα ήμουν σε καθημερινή επαφή με την οικονομικήανάλυση και τους αριθμούς. Άντε να φτιάξεις λογοτεχνία από δαύτα.

Η μελέτη των οικονομικών πάντα μου φαινόταν λιγότεροενδιαφέρουσα από τον κόσμο της φαντασίας και της μνήμης. Στονελεύθερο χρόνο μου στην Αμερική άρχισα να βλέπω μια συγκεκριμένη Ελλάδα, τη δική μου Ελλάδα, ας πούμε, πουεμφανιζόταν σαν μέσα από μια ομίχλη στην αρχή, θολά, και σιγάσιγά όλο και μεγάλωνε και ξεκαθάριζε. Ποια ήταν η δική μουΕλλάδα εντέλει; Άρχισα να πιστεύω ότι η δική μου Ελλάδα –όποια και να ήταν- ίσως είχε αξία και για άλλους. Άρχισα να τραβάω«φωτογραφίες» της Ελλάδας – χρησιμοποιώντας όχι μια φωτογραφική μηχανή, αλλά τις ίδιες τις λέξεις.

Αλλά πώς χρησιμοποιείς τις λέξεις για να χτίσεις έναν ολόκληροκόσμο; Δεν είναι εύκολη δουλειά. Είχα πειστεί ότι αν ήταν να γράψω κάτι, έπρεπε να είναι καλό. Έπρεπε να μοιάζει αληθινός ο κόσμος μέσα στις σελίδες μου. Πώς το έκαναν οι άλλοι; Τουςμελέτησα. Με ένταση. Είδα πόσο σημαντικό ήταν να προκαλείς και τις πέντε αισθήσεις, μέσα απ’ το γραπτό όμως λόγο.

Μόνο έναν Έλληνα παραδεχόμουνα ως τότε, απ’ τους λίγους πουείχα διαβάσει κάπως ολοκληρωμένα. Τον Παπαδιαμάντη. Έψαξα τα διηγήματά του. Τι είχε να μου προσφέρει ως προς τις πέντεαισθήσεις; Πολλά. Πάρα πολλά. Ακούστε τον ήχο που βγάζουν οιποιο κάτω λέξεις: «Ο χείμαρρος ερρόχθει, έβρυσε και κατεφέρετομετά κρότου κ’ εκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχοςεις την σιγήν της νυκτός… Εδεσπόζετο όλη από εν ύπουλον πάθος, καθώς το βαθύ ρεύμα και η σιγή της νυκτός εδεσπόζοντο από ένα δούπον υπόκωφον». (Φαρμακολύτρια) Σε εκείνο το δούπονυπόκωφον με τις έντονες συλλαβές είναι σαν να παράγουν οι ίδιεςτους ανάλογους ήχους. Όσο για την όραση –την εικόνα δηλαδή– κάθε του σελίδα είναι γεμάτη: «Ο πατήρ μου, έκφρων, έτρεχε, φορών μόνο το ζωστικόν του, ασκεπής την κεφαλήν, με την κόμηνανεμίζουσαν». Φυσικά ο Παπαδιαμάντης δεν ξεχνάει και τηνόσφρηση: «Βαθύ άρρητον άρωμα, ωσάν απ’ όλα τα θυμάρια, τας μυρσίνας, και τ’ άγρια άνθη του βουνού, μαζευμένα εις ένα σωρό…» Ή την αφή: «Άνω και κάτω και ολόγυρα, πολυσχιδείς λόφοι και ράχεις και δειράδες, όπου γυμνοί, αμαυροί, ανεμόπληκτοι βράχοιεναλλάσσουσιν αρμονικώς με πλουσίας λόχμας και συστάδας θάμνων, από πρίνους και αγριελαίας… («Τα δαιμόνια στο ρέμα»).

Με βάση τις πέντε αισθήσεις άρχισα τις δικές μου προσπάθειες. Μερικές απ’ αυτές τις πρώτες μου «φωτογραφίες» βρήκαν θέση στοπρώτο μου βιβλίο. Άλλες πετάχτηκαν στο καλάθι των αχρήστων.

Στα τριάντα πέντε μου παράτησα τη δουλειά μου στην Αμερική και ήρθα στην Ελλάδα, μετά από είκοσι πέντε περίπου χρόνια απουσίας, για να ξεκινήσω μια νέα διατριβή. Μια διατριβή που ήθελε πολλάβιβλία, μνήμη, ένα μεγάλο γραφείο και ένα τηλέφωνο που δελειτουργούσε. Σε ένα μικρό σπιτάκι στο Καστρί έμεινα απομονωμένος για ενάμιση χρόνο, με παρέα τρία πεύκα, μια αναιμική ελιά, τη συντροφιά ενός γκιόνη το βράδυ και τη δυνατήφωνή του παλιατζή να με ξυπνάει κάθε πρωί.

Προσπάθησα να διαβάσω όλα εκείνα τα βιβλία που δεν είχα διαβάσει μικρός – τα βιβλία της χαμένης ελληνικής μου ταυτότητας. Ήμουν όμως πολύ μεγάλος για να κάνω μια τέτοια βουτιά. Άλλωστεδιάβαζα τα ελληνικά πολύ πιο αργά απ’ ό,τι τα αγγλικά και εύκολα έβρισκα δικαιολογίες για να παρατήσω το ένα ελληνικό βιβλίο μετάτο άλλο. Με κυρίευε μια τεράστια ανυπομονησία μόλις άνοιγα τηνπρώτη σελίδα. Γιατί να διαβάσω κι άλλους Έλληνες, αναρωτιόμουν.

Μια μέρα όμως βρήκα ένα παλιό βιβλίο, που του είχε φύγει τοεξώφυλλο, και άρχισα να το διαβάζω. Να τι βρήκα στην πρώτηεκείνη παράγραφο: «Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατίκουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε».

Ήταν δυνατόν; Ένας συγγραφέας, και μάλιστα Έλληνας, πουέβλεπε τα σύνεργά του όπως ακριβώς εγώ; Τις πέντε αισθήσεις; Ποιος ήταν τούτος; Μα ο Νίκος Καζαντζάκης! Εδώ βρήκα ένα συγγραφέα που έβλεπε μια αφήγηση σε καθετί ελληνικό, στα μέτωπα των γερόντων, στα τραγούδια των παιδιών, στη μυρωδιάτης κοπριάς του γαϊδουριού, στα έρημα μάρμαρα τηςΠελοποννήσου. Ένιωσα πως ανακάλυψα κάτι σημαντικό – έτσιέπρεπε κι εγώ να πλησιάσω την Ελλάδα μου. Ο ίδιος γράφει: «Όλα στην Ελλάδα, βουνά, ποταμοί, θάλασσες, πεδιάδες ανθρωπίζουνται και μιλούν στον άνθρωπο μια σχεδόν ανθρώπινη γλώσσα. Δεν τονκαταπλακώνουν, δεν τον τυραννούν – γίνουνται φίλοι του και συνεργάτες».

Ο Ρίτσος, ο Καζαντζάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Ελύτης – οι πρώτοιμου δάσκαλοι. Άρχισα να προσέχω και τη γλώσσα του δρόμου: ο αϊτονύχης, η γη ως μυρμηγκόμπαλα, ο σπαγκοβελόνης, ο φραγκοφονιάς και ο δεκαρολόγος, το πιάνο ως οδοντόστρωμα. Και εκφράσεις όπως «Άφησε το γάμο και πήγε για πουρνάρια», «Κάλλιογαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε», «Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε», «Εδώ καράβια χάνονται βαρκούλεςαρμενίζουν…», εκφράσεις που δεν υπάρχουν φυσικά στα αγγλικά.

Λόγω του Καζαντζάκη έψαξα και τις ιδιομορφίες της κρητικήςδιαλέκτου. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια λέξη για την κοπέλα πουέχει γυρίσει απ’ το χωράφι αναψοκοκκινισμένη απ’ τη δουλειά, μελίγο ιδρώτα στο πρόσωπο – είναι δροσοκαυκάλατη. Η ζέστη απ’ τηδουλειά την κάνει κάπως πιο ελκυστική. Έμαθα πολύ μεγάλος για τις μαντινάδες και σας χαρίζω δύο εδώ: Άλλους μαραίνουν οικαιροί, οι πόλεμοι κ’ οι χρόνοι, / μα μένα με μαραίνουν οιστεναγμοί κ’ οι πόνοι. –

Αέρας τρώ’ τα ρούχα μου κι ο ήλιος τ’ άρματα μου / κι ένας μικρούλης έρωτας τρώει τα σώθικά μου.

Έκανα περίεργα πράγματα μάλιστα τότε. Στο μικρό σπιτάκι πουζούσα έφερα ένα σφουγγάρι στο πρόσωπό μου για να μυρίσω τηθάλασσα. Έσπασα ένα κουκουνάρι –όμορφη λέξη κι αυτή– για να ακούσω και να περιγράψω τον ήχο, έβαλα κι ένα κοχύλι στ’ αυτίμου για ν’ ακούσω το βουητό της θάλασσας. Το απόγευμα κατέγραφα τον ήχο της μηχανής που ανεβαίνει την ανηφόρα ή τοθρόισμα των φύλλων.

Μου έφερε κάποιος άλλο ένα βιβλίο πολύ σημαντικό για μένα, μεέναν τίτλο απίθανα δύσκολο να θυμηθείς: Και με το φως του λύκουεπανέρχονται, της Ζυράννας Ζατέλη. Είναι η Ελλάδα των αγροτώνκαι του θανάτου, της παράδοσης και της γέννας.

Λόγω της Ζατέλη άρχισα να μαζεύω κι εγώ περίεργες ιστορίες –ψαράδες στην Ύδρα που έλεγαν ότι είχαν δει γοργόνες, ιστορίες απ’ τα χωριά όπου η στάση της συνουσίας όριζε και το φύλο τουμωρού- και άρχισα να μαθαίνω για τις προκαταλήψεις μας. Ο παπάςπου ξεματιάζει χρησιμοποιώντας ένα ειδικό βιβλίο. Η κοπέλα πουβάζει αγκίστρια κάτω απ’ το κρεβάτι της για να πιάσουν τα κακάμαντάτα πριν τις έρθουν. Ακόμα και οι συνήθειες των φίλων μουξαφνικά μου έκαναν εντύπωση, όπως όταν κλείνουν την τηλεόρασηπριν το πέναλτι για να μη ματιάσουν τον τερματοφύλακα ή ο φίλοςμου που όλο το βράδυ έβριζε τον εαυτό του επειδή μπήκε στο σπίτιμου με το αριστερό.

Έγραψα το πρώτο μου βιβλίο. Το δέκα μύθοι και μια ιστορία. Στα αγγλικά.

Ίσως δεν ξαφνιάζει όμως ότι στο πέμπτο μου βιβλίο γύρισα σε ένα κόσμο που είχα εγκαταλείψει με βδελυγμία, στον κόσμο τωνοικονομικών. Ο ήρωας στο νέο μου βιβλίο – στο «Μέρες σαν κιαυτές»- είναι ένας οικονομολόγος που τα βάζει με το σύστημα. Θέλω να πιστεύω ότι έχω συνδυάσει τους δύο κόσμους –τηςοικονομίας και της λογοτεχνίας– με τη δεξιοτεχνία ενός φτασμένουπια συγγραφέα. Εσείς όμως θα κρίνετε. Είναι και το πρώτολογοτεχνικό που το έγραψα στα ελληνικά. 

Για να τελειώσω την αφήγησή μου, βρίσκω ότι σιγά σιγά, παρά τιςσοβαρές αγγλοσαξονικές μου ρίζες και τις παλιές μου συνήθειες, έρχομαι όλο και πιο κοντά στην Ελλάδα που ανακάλυψα – για παράδειγμα, κλείνω κι εγώ την τηλεόραση όταν ο Νικοπολίδηςετοιμάζεται να αποκρούσει ένα πέναλτι.

Συνεχίζω να εξερευνώ το τοπίο της λογοτεχνικής Ελλάδας, το τοπίοτης φανταστικής μου χώρας, της χώρας της ανασκευασμένηςμνήμης. Ίσως είναι η χώρα της χαμένης μου παιδικής ηλικίας, πουθα με κατατρέχει έως το τέλος.

Τι σημαίνει όμως ότι εξερευνώ την Ελλάδα; Πώς το κατορθώνω; Διαβάζω. Ακούω. Μιλάω. Κρατώ νοητικές σημειώσεις. Αναρωτιέμαι για τα πάντα. Απολαμβάνω. Ζω.

*Το βιβλίο του Νίκου Παπανδρέου «Ιστορίες της τσέπης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Related Articles

Back to top button