ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Γιώργος Παπανδρέου για τα 46 χρόνια από την 3η Σεπτέμβρη 1974

Γράφει ο Γιώργος Παπανδρέου

3η Σεπτέμβρη 1974 – 3η Σεπτέμβρη 2020. Σαράντα έξι χρόνια δημοκρατίας, σαράντα έξι γόνιμα και δημιουργικά χρόνια, σαράντα έξι χρόνια προσφοράς της προοδευτικής παράταξης στη χώρα και τον Ελληνικό λαό, με ένα γιγαντιαίο έργο παρά τις κρίσεις, τις αντιξοότητες, τις δυσκολίες.

Σαράντα έξι χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η Ελλάδα μετεωρίζεται πάνω από ένα αχαρτογράφητο σταυροδρόμι. Αναζητά, 200 χρόνια μετά την παλιγγενεσία, τη νέα της πορεία, τη σύγχρονη ταυτότητά της σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από μεγάλο έλλειμμα σταθερών παραμέτρων σε ό,τι αφορά το μέλλον του κόσμου, της ΕΕ και της ευρύτερης περιοχής μας.

Οι μεγάλες αλλαγές που έφερε η παγκοσμιοποίηση και η εξέλιξη της τεχνολογίας, συνοδεύονται από τις επιπτώσεις του Covid19, μιας πανδημίας που δεν είναι πρώτη στην παγκόσμια ιστορία, αλλά είναι η πρώτη που μπορούμε λόγω Διαδικτύου να ζήσουμε από κοινού και να παρακολουθήσουμε «ζωντανά» όλοι, σε κάθε σημείο του πλανήτη.

Μια υγειονομική κρίση που «ενώνει» το ανθρώπινο γένος για πρώτη φορά απέναντι σε μια κοινή απειλή και που σηματοδοτεί τη συνθετότητα των θεμάτων που η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίζει όλο και πιο συχνά στο μέλλον.

Ως σοσιαλιστές πιστεύουμε ότι, είναι η ώρα για ένα νέο διεθνισμό βασισμένο στην αλληλεγγύη των λαών, με συνέργειες πέραν των συνόρων, μακριά από στείρους εθνικισμούς.

Για να αντιμετωπίσουμε τις πολύ μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο πλανήτης μας.

Προκλήσεις, όπως της κλιματικής κρίσης ή των πανδημιών.

Αξίζει να υπογραμμιστεί, ότι η πανδημία απέδειξε πόσο σωστές ήταν οι επισημάνσεις των σοσιαλιστών στην Ελλάδα και τον κόσμο για την ανάγκη να υπάρχει ισχυρό δημόσιο σύστημα υγείας, σεβασμός σε κάθε εργαζόμενο και τα δικαιώματά του, αποτελεσματικό επιτελικό κράτος, κυβέρνηση που λειτουργεί με διαφάνεια, αξιοκρατία, λογοδοσία, εμπνέοντας εμπιστοσύνη για τον πολίτη.

Η χώρα, οι Έλληνες, λίγο νωρίτερα, βρεθήκαμε αντιμέτωποι και με μια άλλη κρίση. Τη μεγαλύτερη κρίση αν όχι μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, σίγουρα μετά τη Μεταπολίτευση.

Εκείνη η κρίση έχει διάρκεια ήδη δέκα χρόνια, με επιπτώσεις αισθητές ακόμη και σήμερα.

Θα έλεγε κανείς, με λίγο φιλοσοφική ή ποιητική διάθεση, ότι σε εκείνη την κρίση, αναμετρηθήκαμε με τον εαυτό μας.

Γιατί η κρίση, ήταν οικονομική μόνο επιφανειακά.

Σε εκείνη την αναμέτρηση, επιδείξαμε αντοχή, αλλά συνεχίζουμε ακόμη να πληρώνουμε ακριβά το τίμημα της απρονοησίας μας. Δεν τολμήσαμε συλλογικά να αναγνωρίσουμε και να αναμετρηθούμε με τα βαθύτερα αίτια που δημιούργησαν την κρίση.

Κρίση που ανάγκασε την ελληνική πολιτεία και τέσσερεις αλλεπάλληλες κυβερνήσεις, να ζητήσουν στήριξη από τους εταίρους μας.

46 χρόνια μετά, ας αναλογιστούμε, ποια η σχέση αυτής της πρόκλησης, με την Ιδρυτική Διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ, της 3ης του Σεπτέμβρη;

Καίρια σημεία της Διακήρυξης αυτής παραμένουν επίκαιρα.

«Η ρίζα της συμφοράς βρίσκεται στην εξάρτηση της Πατρίδας μας». 

Όμως, η φύση της εξάρτησης δεν αφορούσε μόνο ξένες «προστάτιδες» δυνάμεις. Αφορούσε, όπως λέει και η Διακήρυξη, και σε μια βαθιά εσωτερική μας εξάρτηση. Όπως προφητικά αναδεικνύει η 3η Σεπτέμβρη,

“Έχει ο Λαός μας πικρή πείρα από τους κομματικούς σχηματισμούς του παρελθόντος που στηρίζονταν στη φεουδαρχική σχέση ανάμεσα σε ηγέτες και βουλευτές, ανάμεσα σε βουλευτές και κομματάρχες, ανάμεσα σε κομματάρχες και ψηφοφόρους.

Από κομματικούς μηχανισμούς που είχαν αντικαταστήσει τις αρχές, το πρόγραμμα και τις δημοκρατικές διαδικασίες, με το ρουσφέτι και το παρασκήνιο. Καθολικό είναι το αίτημα για πολιτικούς οργανισμούς αρχών».

Μέσα σε λίγες γραμμές περιέγραφε η Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, το «Ελληνικό Πρόβλημα». 

Ένα κράτος αιχμάλωτο σε πελατειακές ορέξεις, σε κόμματα που έβλεπαν την εξουσία ως αυτοσκοπό, και την αυθαίρετη νομή της ως δικαίωμα της εκλογικής τους επιτυχίας. Την εξαγορά συνειδήσεων μέσα από το ρουσφέτι, που σήμαινε ένα κράτος που κοίταζε τη βολή και τα προνόμια για τους αρεστούς, αντί ενός κράτους δικαίου που διασφάλιζε δικαιώματα για όλους, για κάθε πολίτη, σίγουρα και για τους μη προνομιούχους, όπως θα έλεγε ο Ανδρέας.

Αυτή η αντίληψη και πρακτική, αποτέλεσε την εσωτερική εξάρτηση του Ελληνικού λαού απέναντι σε ένα κράτος που ποτέ δεν τον εμπιστεύστηκε και που πάντα τον έβλεπε με καχυποψία. Τόσο, που τον ήθελε πάντα εξαρτημένο μέσα από μια πολυδαίδαλη γραφειοκρατία ή επιβολή που μας ταλανίζει ακόμη και σήμερα.

Αλλά παράλληλα, διαμόρφωσε και έναν πολίτη που έβλεπε το ίδιο του το κράτος ως ξένο σώμα, με φόβο από την μια «μη και μπλέξει» ή από την άλλη ως πηγή ευκαιριακού βολέματος, μιας πιθανής λύσης – αν το μέσο ήταν ισχυρό -, κάποιου προσωπικού προβλήματος.

Αυτό το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής ζωής, έθεσε ξεκάθαρα το ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής. Και παρότι πέρασαν 46 χρόνια, τα λόγια της Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη του 1974, ηχούν επιτακτικά αναγκαία και για το σήμερα.

Γιατί,

Ζητούσε, να κοπεί ο ομφάλιος λώρος της εξάρτησης του Ελληνικού λαού.

«Γι’ αυτό η κοινωνική απελευθέρωση αποτελεί το θεμέλιο λίθο του Κινήματός μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για έναν λαό απελευθερωμένο, όχι απλά από τον ξένο ζυγό, αλλά από τις δομές εξουσίας που χρόνια τον καταπίεζαν, που έθεταν εμπόδια και αδικούσαν τις πραγματικές του δυνατότητες.

Μόνο μια πλατιά συμμαχία λαϊκών δυνάμεων θα μπορούσε να ανατρέψει πρακτικές και λειτουργίες του παρελθόντος, ώστε όπως έγραφαν οι ιδρυτές του Κινήματος, “να απολαμβάνει ο αγρότης το προϊόν του ιδρώτα του και της γης του,

να απολαμβάνει ο εργάτης, ο βιοτέχνης, ο μισθωτός, ο υπάλληλος, ο απλός Έλληνας, το προϊόν του μόχθου του,

να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η εντυπωσιακή εισοδηματική ανισότητα ανάμεσα σε γεωγραφικές περιφέρειες και κοινωνικά στρώματα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελλάδα,

να πάψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο,

να συμμετέχει ενεργά ο Λαός στον προγραμματισμό της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής πορείας της Χώρας,

να εξασφαλιστεί η εργασία και η κατοικία σε όλους τους Έλληνες,

να καταργηθούν τα προνόμια των λίγων στην ιατρική, νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη,

να προστατευτούν η μητέρα, το παιδί, τα γερατειά,

να κατοχυρωθεί η κοινωνική και η οικονομική ισότητα των δύο φύλων.

Για την προστασία του περιβάλλοντος, την αξιοποίηση των εθνικών λαϊκών παραδόσεων και τη συμμετοχή ολόκληρου του Λαού στην πολιτιστική εξέλιξη.

Για να ελευθερωθεί η σκέψη και να γίνει η παιδεία κτήμα όλων των Ελλήνων.”

Το ΠΑΣΟΚ, βρέθηκε στην εξουσία. Ήταν αυτό που προώθησε όσο κανένας άλλος τις παραπάνω δεσμεύσεις. Άλλαξε την Ελλάδα.

Και παρά τις ισχυρές αντιστάσεις, τις νοοτροπίες αλλά και πειρασμούς στους οποίους το ίδιο υπέπεσε κατά καιρούς στη διαχείριση της εξουσίας, ήταν η μόνη δύναμη που έκανε γιγαντιαία προσπάθεια να σπάσει την εξάρτηση του πολίτη από το πελατειακό σύστημα. Από το ΑΣΕΠ, τα ΚΕΠ, την αποκέντρωση, το δημόσιο σύστημα υγείας, τις υποδομές στην περιφερειακή Ελλάδα, τις ανεξάρτητες αρχές, τη διαφάνεια, τη διαύγεια, την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, την αξιοκρατία στις επιλογές στελεχών από το κράτος, μέχρι τη δικαιοσύνη, οι Κυβερνήσεις του Ανδρέα, του Κώστα Σημίτη αλλά και του ΠΑΣΟΚ του 2009-11, άφησαν πίσω τους πληθώρα δημοκρατικών θεσμικών αλλαγών.

Όμως, το θηρίο που λέγεται εξάρτηση από το πελατειακό κράτος δεν το σκοτώσαμε. Φάνηκε με τη διαχείριση της οικονομίας μας το 2004-2009 επί Νέας Δημοκρατίας. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ αφομοιώθηκε πολύ γρήγορα από τα γρανάζια του πελατειασμού.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν, είμαστε, ως συλλογικό υποκείμενο, ως πολιτεία, σε άρνηση να αναμετρηθούμε με ό,τι μας κρατά δέσμιους; Δέσμιοι ενός πολιτικού περιβάλλοντος που περισσότερο κοιτάζει προς το παρελθόν παρά προς το μέλλον;

Το ερώτημα παραμένει και σήμερα επίκαιρο.

Η αντίληψη αυτή, ο τρόπος αντιμετώπισης κρίσιμων ζητημάτων ζωτικής σημασίας, είναι εμφανής όταν περιμένουμε να υπάρχει αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας για να περιοριστούν τα θύματα του Covid-19, αντί εμείς οι ίδιοι να κατανοούμε την κρισιμότητα της κατάστασης και να ενεργούμε με ευθύνη έναντι του εαυτού μας και των συνανθρώπων μας.

Αυτή η αλήθεια βεβαίως, ουδόλως δικαιολογεί τον τρόπο, που η κυβέρνηση διαχειρίστηκε τη δεύτερη φάση της πανδημίας.

Ο χαρακτήρας και η ένταση των κρίσεων που βιώσαμε την τελευταία δεκαετία, επιβεβαιώνουν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο την ανάγκη αλλαγής πορείας.

Κάποιοι, έχουν μιλήσει για μια νέα Μεταπολίτευση.

Δεν αρκεί. Δεν αρκεί γιατί, ούτε τα αίτια της πρόσφατης κρίσης προσδιορίζει, ούτε μια νέα πορεία οριοθετεί.

Τη στιγμή που πέρα από όλα τα αλλά, αντιμετωπίζουμε μια κρίσιμη ένταση με την Τουρκία, είναι ευνόητο ότι για να καταστεί η χώρα μας ισχυρή, δεν αρκεί η προμήθεια εξοπλιστικών συστημάτων.

Η οικονομία, η δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, η αποτελεσματική διακυβέρνηση, η μείωση των ανισοτήτων και η κοινωνική συνοχή, κάνουν τη διαφορά. 

Η ισχυρή Ελλάδα, δημοκρατικά και οικονομικά, ήταν εκείνη που συνομιλούσε με την Τουρκία χωρίς φόβο.

Απαιτείται λοιπόν, υπέρβαση των αντιλήψεων και των πρακτικών που επικράτησαν και μετά τη Μεταπολίτευση.

Ήρθε η ώρα να συζητήσουμε σοβαρά, με ευθύνη – και με αφορμή ότι το 2021 συμπληρώνονται 200 χρόνια από τον Εθνικοαπελευθερωτικό μας Αγώνα, για μια νέα αυτοδιάθεση, για έναν νέο Πατριωτισμό.

Έναν Πατριωτισμό, δυναμικό, εξωστρεφή και κάθε άλλο παρά φοβικό, που αντιμετωπίζει κάθε πρόκληση με αξιοπρέπεια, με τις δικές μας δυνάμεις, που στέκεται παντού στον κόσμο ισότιμα, που επιζητά συνεχώς την αναμέτρηση με το νέο.

Έναν Πατριωτισμό, που αναδεικνύει ότι, για να μεγαλουργήσουμε απαιτείται όραμα, σχέδιο και συλλογική δράση, με γνώμονα την υπεράσπιση της αυτονομίας του μοναδικού παράγοντα που μπορεί να συλλειτουργείται και να ελέγχεται από τους πολίτες, της πολιτικής.

Η επανάσταση του αυτονόητου, είναι η μεγάλη απαίτηση των καιρών για την Ελλάδα, για τους Έλληνες, που για να οικοδομήσουν μια βιώσιμη πορεία στους δύσβατους δρόμους ενός πολυπολικού κόσμου, μια επιλογή έχουν:

Να απαντήσουν με περισσότερη δημοκρατία, στη θεσμική κρίση που χαρακτηρίζει αυτό που ονομάζουμε «Ελληνικό πρόβλημα».

Η Ελλάδα που μπορεί και πρέπει να οικοδομηθεί με πρόσημο δημοκρατικό και προοδευτικό, δεν μπορεί παρά να αποτελεί και τη στρατηγική στόχευση και επιδίωξη των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου.

Η μεγάλη προοδευτική αλλαγή, αποτελεί την ιστορική πρόκληση και συνάμα αποστολή των προοδευτικών πολιτών, των προοδευτικών δυνάμεων.

Δυναμώνω την Ελλάδα, για εμάς τους δημοκράτες σοσιαλιστές, σημαίνει απελευθερώνω τους Έλληνες για να μεγαλουργήσουν.

Αυτή είναι η ιδεολογική μας διαφορά από τη δεξιά, που θέλει να ελέγχει τη μοίρα των Ελλήνων καθιστώντας τους όμηρους σε συμφέροντα και κατεστημένα. Αυτή είναι η ιδεολογική μας διαφορά και από την άλλη αριστερά, που θέλει να ελέγχει την μοίρα των Ελλήνων, μια κομματική νομενκλατούρα, για να αναπαράγει την εξουσία της, δήθεν, στο όνομα του λαού.

Η Προοδευτική Παράταξη άλλαξε την Ελλάδα, γιατί πάλεψε για να απελευθερώσει τις υγιείς παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, έδωσε φωνή στους Έλληνες.

Αυτό είναι και σήμερα το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσουν οι προοδευτικές δυνάμεις.

Να οικοδομήσουν πνεύμα απελευθερωτικό και δημιουργικό, σε πείσμα της συντήρησης, όποιο χρώμα και αν έχει.

Αυτή η μεγάλη εθνική αποστολή, είναι ο λόγος της ύπαρξής μας.

Και αποτελεί για όλους εμάς τους δημοκράτες σοσιαλιστές, μονόδρομο.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, αυτές τις μέρες, μια ακόμα ρήση του Ανδρέα: «Ένας λαός που πιστεύει στον εαυτό του, στις δυνάμεις του, μπορεί τα πάντα να υπερβαίνει».

Ας απελευθερώσουμε τη σκέψη μας από τη μιζέρια των τελευταίων ετών και ας πιστέψουμε ξανά στις δυνάμεις μας.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Back to top button

Adblock Detected

Please consider supporting us by disabling your ad blocker