ΕΛΛΑΔΑ

«Σκότωσε την κόρη μου κι αυτός ζει και βασιλεύει», λέει η μητέρα της Ανθής αποπ το Βελβεντό

Μεγαλώνει μόνη της τα παιδιά της κόρης της 

Ήταν Ιανουάριος του 2016, όταν η Ανθή Λινάρδου, με καταγωγή από την Παλαιοβαρβάσαινα Ηλείας βρήκε τραγικό θάνατο από τα χέρια του συζύγου της, Τάσου Τσιουχάρα στο Βελβεντό Κοζάνης.

Ο 40χρονος τότε αγρότης στραγγάλισε την 37χρονη σύζυγό του, όταν του ζήτησε να χωρίσουν, την ώρα που τα τρία παιδιά τους βρίσκονταν στα δωμάτιά τους. Εφτά χρόνια μετά στη δίκη στο Εφετείο η υπόθεση αναβάλεται, με τη μητέρα του θύματος να μιλά στο protothema.grισχυριζόμενη ότι ο φονιάς πρέπει να σαπίσει στη φυλακή.

«Σκότωσε την κόρη μου κι αυτός ζει και βασιλεύει. Τα ισόβια να μείνουν ισόβια και να σαπίσει στη φυλακή.

» Παίρνω ζωή από τα εγγόνια μου κι εκείνα από εμένα. Θέλω να αφήσουν πίσω το παρελθόν τους και να κοιτάξουν το μέλλον τους γιατί όλη η ζωή είναι μπροστά τους. Γνωρίζουν όλη την αλήθεια για τη δολοφονία της μητέρας τους και δεν θέλουν να έχουν καμία επαφή με τον πατέρα τους. Δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα για αυτόν.

» Κάποιες φορές μιλούν για τη μητέρα τους, αλλά είναι αβάσταχτος ο πόνος και σιωπούν. Έχουν μεγάλο καημό μέσα τους αυτές οι ψυχούλες και θέλω να τα βοηθήσω να προχωρήσουν στη ζωή τους και να ξεχάσουν το παρελθόν, όσο μπορούν. Είναι στην εφηβεία, είναι τρία υπέροχα αδερφάκια στην εφηβεία, αγαπημένα κι εύχομαι να είναι τυχερά στη ζωή τους» λέει συγκινημένη στο protothema.gr η μητέρα της Ανθής Λινάρδου.

Πρωτόδικα το δικαστήριο υιοθέτησε ομόφωνα την εισαγγελική πρόταση και καταδίκασε, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, σε ισόβια κάθειρξη τον δράστη του εγκλήματος με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Αμετανόητος δήλωνε: «Εγώ τη στραγγάλισα κι ας φάω ισόβια».

Ο δράστης, όταν έπνιξε τη σύζυγό του και κατάλαβε ότι δεν αναπνέει, πήγε στο διπλανό δωμάτιο για να δει αν κοιμούνται τα παιδιά τους. Στη συνέχεια το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πως να εξαφανίσει το πτώμα της. Στην προσπάθειά του να καλύψει τα ίχνη του, την τύλιξε με μια κουβέρτα του σπιτιού, φόρτωσε τη σορό της σε φορτηγάκι και την έθαψε στο χωράφι του. Την επόμενη μέρα πέρασε με φρέζα το χωράφι για να μην καταλάβει κανείς τίποτα.

Οι αστυνομικοί από την πρώτη στιγμή είχαν υποψιαστεί την ενοχή του γιατί έπεφτε συνεχώς σε αντιφάσεις. Έψαξαν τα χωράφια του και ανακάλυψαν ότι τα είχε φρενάρει χωρίς να υπάρχει λόγος. Έσκαψαν παρουσία του κι όταν οι αστυνομικοί βρήκαν το άψυχο σώμα της Ανθής Λινάρδου, τότε παραδέχθηκε το έγκλημά του, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή το αρνούνταν.

Ο συζυγοκτόνος είχε ξεκινήσει την απολογία του λέγοντας:

«Είχαμε ερωτευθεί παράφορα με την Ανθή. Αφοσιώθηκα στην οικογένειά μου πλήρως. Η Ανθή είχε παράλογες απαιτήσεις, ενώ είχε γίνει πολύ οξύθυμη τελευταία και ήταν αυταρχική. Προσπαθούσα να της κάνω όλα τα χατίρια. Μου είχε πει ότι ήθελε να χωρίσουμε. Την αγαπούσα και συνεχίζω να την αγαπάω. Στις 23 Δεκεμβρίου κατεβήκαμε στην Αθήνα και στις 31 εγώ ξανακατέβηκα μόνος. Της είχα πάρει δώρα και μπότες. Είχε βγάλει τον νάρθηκα».

Για το μοιραίο βράδυ ο Τάσος Τσιουχάρας είχε καταθέσει τα εξής:

«Επιστρέφοντας το μοιραίο βράδυ στις 21:00, η Ανθή πήγε να ξαπλώσει. Είδα ότι κάτι την απασχολούσε. Πήγα με ήρεμο τρόπο και της είπα: Τι κάνεις; Είσαι κουρασμένη; Εκείνη μου απάντησε πως δεν είχε όρεξη και με έδιωξε. Θύμωσα και της είπα: γιατί το κάνεις αυτό; Να προσπαθήσουμε… Εκείνη μου είπε πως δεν έχουμε τίποτα να πούμε.

» Κοίταξα τα μηνύματά της στο κινητό, και όταν της είπα λεπτομέρειες, εκείνη μου είπε να μη σε νοιάζει τι κάνω εγώ. Της απάντησα πως δε θέλω να χωρίσουμε και τη ρώτησα ποιος είναι ο λόγος που θέλει εκείνη να χωρίσουμε. Μήπως είναι τα μηνύματα που ανταλλάσσεις; τη ρώτησα… Με έβρισε… Δε θυμάμαι από εκεί και πέρα τι με έπιασε… Θόλωσα, την έπιασα από το λαιμό, στο ενδιάμεσο τη χτύπησα… Δεν είμαι σε θέση να θυμηθώ πως…

» Και μετά κατάλαβα ότι δεν ανταποκρίνεται, αλλά ήταν πλέον αργά. Προσπαθούσε να φωνάξει, αλλά δεν μπορούσε… Αυτό που μου προκάλεσε αυτή την αντίδραση ήταν το ότι μου επιτέθηκε εκείνη.

» Κάθισα να σκεφτώ, τι θα κάνω; Προσπαθούσα να βάλω σε μια σειρά τα πράγματα και τις σκέψεις μου στο μυαλό μου. Θυμάμαι ότι έκλαιγα. Δεν ζήτησα βοήθεια γιατί ήταν πλέον αργά. Εγώ φταίω για αυτό που συνέβη και πρέπει να τιμωρηθώ. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν τα παιδιά. Φοβήθηκα ότι θα μου τα πάρουν.

» Πήρα την απόφαση να εξαφανίσω το πτώμα για να αποφύγω τις συνέπειες. Την έβαλα στο φορτηγάκι ώστε να μη φαίνεται, έτρεχα σαν τρελός και προσπαθούσα να σκεφτώ που να πάω το πτώμα. Σκέφτηκα να πάω στη λίμνη. Μετά, σκέφτηκα το χωράφι… Κινήσεις πανικού. Προσπάθησα να βρω μια πειστική ιστορία…

» Δεν κοιμήθηκα κανονικά από τότε και δεν ξέρω πότε θα ξανακοιμηθώ κανονικά… Ζητάω συγνώμη για την πραξη μου, ο Θεός να με συγχωρέσει. Προσπαθούν να με αποξενώσουν από τα παιδιά μου και εμένα και τους γονείς μου. Θέλω να δω τα παιδιά μου!»

Η «εξαφάνιση» της 37χρονης

Τους τελευταίους μήνες πριν από την δολοφονία της, η αδικοχαμένη Ανθή Λινάρδου έδειχνε με κάθε τρόπο στο Facebook πως δεν επιθυμούσε πλέον να μείνει στο Βελβεντό και πως ήθελε να επιστρέψει στην Αθήνα και συγκεκριμένα στα Καμίνια του Πειραιά όπου ζουν οι γονείς και η αδελφή της.

Ο σύζυγος της όμως ήταν κάθετα αντίθετος και πολλές φορές είχαν λογομαχήσει με αποκορύφωμα το Σάββατο, 9 Ιανουαρίου. Το ζευγάρι για ακόμη μια φορά διαπληκτιζόταν ενώ τα τρία παιδιά της οικογένειας βρίσκονταν στα δωμάτιά τους.

Η επίμονη στάση της 37χρονης θόλωσε τον Τάσο Τσιουχάρα που σε κατάσταση αμόκ όρμησε στη σύζυγο του πιάνοντας την με μανία από τοn λαιμό. Η Ανθή Λινάρδου φαίνεται ότι προσπάθησε να αντισταθεί όμως ο 40χρονος δεν σταμάτησε μέχρι που είδε τη σύζυγο του να σβήνει.

Από εκείνη τη στιγμή όμως ο συζυγοκτόνος έδειξε το σκληρό και ψυχρό του πρόσωπο καθώς προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποπροσανατολίσει τις έρευνες.

Δεν δίστασε ούτε στιγμή, με απόλυτη ψυχραιμία, μετέφερε τη σορό της γυναίκας του στο χωράφι του τρία χιλιόμετρα από χωριό όπου την έθαψε με σκοπό να την εξαφανίσει και να αποφύγει τη σύλληψη.

Related Articles

Back to top button