ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Τι ζωή μπορεί να έχει κανείς χωρίς χαβιάρι;

Η γειτονιά μου.

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου

Όταν ήμουν παιδί, τα σπίτια της γειτονιάς μου(πίσω από την Εθνική Τράπεζα), ήταν χαμηλά χωρίς κλειδωμένες πόρτες. Ασπρισμένοι τενεκέδες με βασιλικούς, μπιγκόνιες και δενδρόφυλλα στόλιζαν τις αυλές μας. Το γιασεμί στη μάντρα του Φαρμάκη, το αγιόκλημα της Πεννιούς, τα νυσταγμένα από τον ύπνο της ημέρας νυχτολούλουδα της κυρά-Χαρίκλειας, οι μανταρινιές της Βουλγαρούς, οι πορτοκαλιές του Καρκαβίτσα και της Αλέξαινας,το περιβόλι του Παπαχαραλάμπους με τα πολλά οπωροφόρα και τα πανύψηλα κυπαρίσσια, το ένα ή περισσότερα ξινόδενδρα σε κάθε αυλή, γιόμιζαν τον αέρα αρώματα όλες τις εποχές.
Μυριάδες οι πυγολαμπίδες σε φωτεινό χορό, σα να πέφταν αστέρια στη γή! Και μείς να τις κυνηγάμε να τις πιάσουμε για να γάψουμε στο μπλουζάκι μας τα αρχικά μας. Φλούδες από κλεμμένα μανταρίνια μας φέρναν δάκρυα, πιέζοντάς τες ο ένας στα μάτια του άλλου.
Τον Χειμώνα, τα μαγκάλια όσων δεν είχαν τζάκι ή σόμπα, έξω ώσπου να ανάψουν και να << χωνέψουν>> καλά τα κάρβουνα, που πάντα τα συνόδευε μια λεμονόκουπα.
Τα καλοκαιρινά απογεύματα, περνούσε ο Μπαλαφάρας με την υδροφόρα του Δήμου Ναυπάκτου και κατάβρεχε το χωματόδρομο. Στη διαπασών τα μεγάφωνα του θερινού <<ΣΙΝΕ- ΡΕΞ>> με τα σουξέ της εποχής. <<Ηλιοβασιλέματα>>, <<Πως τον λεν τον ποταμό>>,<<Νιάου βρέ γατούλα>> και μείς, μες τον δρόμο να μαθαίνουμε τσα- τσα, τσάρλεστον, τουΐστ, μάμπο και χούλα- χουπ με το απαραίτητο στεφάνι στη μέση, αγορασμένο από το περίπτερο του Ζωγράφου. Έβγαινε σε διάφορα χρώματα και χάριζε ένα όμορφο θέαμα!
Ανέβαινε για το σπίτι της στην Οβρεόλακκα η Κούλα και <<γέλαγε>> ο τόπος από τα αστεία και τα πειράγματά της.<< Κόλλαγε>> της αγαθής ψυχούλας που έμενε στο στενό( Κουρμούση).
-Φώτο, εσύ πότε θα βάλεις στεφάνι;
Για να πάρει την πληρωμένη απάντηση και να γελάσουν όλοι.
-Στα βαρέλια βάζουνε στεφάνια.
Μάθαινε πως γεννούσε πρωτάρα, η Κούλα μέτραγε με τα δάκτυλα, τους μήνες που είχαν περάσει από το γάμο της, ψάχνοντας για προγαμιαία σχέση! Μέγα ατόπημα!
Η κυρά-Αγαθή, έχοντας την αγκαλιά, έβγαζε την κοτούλα της περίπατο. Την κουβέντιαζε και χάιδευε τρυφερά τα όμορφα φτερά της. Εκείνη λούφαζε ήσυχη και απολάμβανε την αρθρωποπαρέα!
Εμείς τα παιδιά, σπαταλούσαμε την ενέργειά μας στο παιχνίδι.Τάλια, κρυφτό, κυνηγητό, μπαμ-μπουμ, περνάει -περνάει η μέλισσα, καλόγερο(κουτσό), σχοινάκι, κρυφομπέκιονο.Τα αγόρια κλωτσούσαν δαρκώς μια μπάλα, φωνάζοντας γκόοοοοοολ.Τα γόνατα και οι παλάμες μας, ήταν πάντα βαρεμένα από τα πεσίματα.Οι προσπάθειες να<< μάθουμε>> στο ψηλό ποδήλατο του πατέρα, πρόσθεταν παράσημα σε γόνατα και αγκώνες. Σκαρφαλώναμε στις μουργιές που ήταν μπροστά στα σπίτια μας και κάναμε μονόζυγο απ’ τα κλωνάρια τους.Τρώγαμε και καμιά τούμπα αλλά δεν πείραζε! Όλα τα δένδρα της γειτονιάς μου, πέσαν θύματα της ανοικοδόμησης και της ασφαλτόστρωσης!
Τα καλοκαιρινά βράδια, αποκαμωμένα από το παιχνίδι, καθόμασταν στο πεζούλι της νόνας Μασούραινας.Μας έλεγε παραμύθια, αινίγματα, ποήματα. Θαύμαζες πως θυμόταν τόσους θησαυρούς! Παίζαμε <<Πινακωτή>>,<<Δώσ’ μου φωτιά>> και <<Μπιζ>>. Το <<Μπιζ>>, μας έδινε την ευκαιρία να ξεπληρώσουμε όσα είχαμε μαζεμένα από το παιχνίδι.Τότε τα χτυπήματα γίνονταν πιο δυνατά, με αποτέλεσμα να <<πιανόμαστε>>κανονικά και να ορμάει ο ένας στον άλλον!! Η νόνα-Ρήνα, ήταν εκεί και λειτουργούσε σαν πυροσβέστης. Μέναμε έξω ως αργά, ώσπου να βγουν οι μανάδες μας να φωνάξουν, να μαζευτούμε στα σπίτια μας.
Το Σάββατο το απόγευμα, μας μπανιαρίζανε μας λούζανε και μας ετοιμάζανε για τον εκκλησιασμό της επομένης. Θα κοιμόμασταν σε καθαρά σεντόνια που μοσχοβολούσαν πράσινο σαπούνι και λουλάκι. Μόλις χτυπούσε η καμπάνα της Αγίας Παρασκευής για τον εσπερινό, οι γυναίκες σταματούσαν κάθε εργασία. Ανάβανε το καντήλι και λιβανίζανε τα εικονίσματα, εμάς και το σπίτι, ως έξω στην αυλή. Μύριζε η γειτονιά θυμίαμα!
Ακόμα και τον Χειμώνα, κάποια γλυκά απογεύματα, οι μανάδες μας βγάζαν τα σκαμνάκια τους στο πεζοδρόμιο. Όλα τα σπίτια γίνονταν ένα. Εδώ δεν είχε θέση ο νοητός κύκλος της μοναξιάς. Συνδιάζοντας <<Το τερπνόν μετά του ωφελίμου>> κάναν τις μικροδουλίτσες τους. Άλλη έπλεκε, άλλη μπάλωνε, άλλη καθάριζε μεσ’ το ταψί τη φακή ή τα φασόλια για το <<μαέρεμα>> της επομένης. Οι νεώτερες κεντούσαν. Τα χέρια τους δεν σταματούσαν ποτέ…Σίγουρα θα περνούσαν και οι ξενομερίτισσες γυφτοπούλες να τις καλέσουν ν’ασημώσουν για να τους πουν τη μοίρα τους, το ριζικό τους, την ευτυχία, τη δυστυχία κι όλου του ντουνιά τα μυστικά…
Έβγαινε και η μάνα μου με μια <<πεντακοσάρα>> στο ένα χέρι και ένα μεγάλο κουτάλι στο άλλο. Άρχιζε με παρακλήσεις και καλοπιάσματα, συνέχιζε με φοβέρες<<Θα στου βγάλου του τστούν’>> για να καταλήξει στην απειλή<<άμα ‘ρθεί ου πατέρας του βράδ’, θα ιδείς…>>. Προσκαλούσε και τ’άλλα παιδιά- ως παρότρυνση- να τα κεράσει απ’ το περιεχόμενο της μπουκάλας. Μα κανένας δε φαινόταν πρόθυμος να λάβει το φίλεμα, αν και πάντα είχε στην τσέπη της ποδιάς της, ένα μανταρίνη, λίγη ζάχαρη ή μια καραμελούλα. Άρχιζαν ως εμπειροτέχνισσες της προπαγάνδας, πρώτη και καλύτερη η μάνα μου, μετά οι γειτόνισσες και τέλος- ως τρίτη σειρά εφεδρείας- η θειά-Γιοβάννα, πρόσωπο αγαπητό και σεβαστό, να εκθειάζουν τα ευεργετήματα του ΜΟΥΡΟΥΝΕΛΑΙΟΥ!
Δε ξέρω αν μου έκανε καλό εκείνο το <<πράμα>>. Σαν παιδί, ήμουν λιγόφαγο και καχεκτικό αλλά καθόλου αρρωστιάρικο.Εκείνο που ξέρω είναι ότι μου άφησε ένα παιδικό τραύμα. Δεν μπορώ να φάω το χαβιάρι ακόμη και σήμερα που το έχω άφθονο. Πέστε μου τώρα, τι ζωή μπορεί να έχει κανείς χωρίς χαβιάρι…

.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Back to top button

Adblock Detected

Please consider supporting us by disabling your ad blocker