ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΝΑΥΠΑΚΤΙΑ

Κοσμάς Βήτα: Ο πρώτος Ναυπάκτιος εργολάβος, που από τα ψηλά, έμεινε «πανί με πανί»

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου

Όνομα: Κοσμάς Βήτα .
Τόπος γέννησης : Ναύπακτος .
Επάγγελμα : Εργολάβος.
Εδώ , εκείνον τον καιρό, ήταν ο πρώτος <<Πωλούνται πολυτελή διαμερίσματα >>.
Ομορφάνδρας, γλεντζές και κιμπάρης ! Ήξερε να βγάζει χρήμα αλλά και να το ξοδεύει . Ήξερε να συντρέχει στον πόνο του αλλουνού !
Σε πολλά σπίτια αναγκαιμένων, τα Χριστούγεννα έμπαιναν μπριζόλες και λουκάνικα να κάμουνε γιορτές. Το Πάσχα, αρνιά να κάμουνε Λαμπρή .
Χτυπούσε συναγερμός σαν ερχόταν ο Κοσμάς στον Έπαχτο !
Ο παράς έχει μυρωδιά που φτάνει μακρυά και χτυπάει την όσφρηση, όχι τόσο των ανθρώπων που δεν τον έχουν , όσο αυτών που δεν τον χορταίνουν !
Είχε επενδύσει σε παραθαλάσσια διαμερίσματα. Περίμενε καλά κέρδη .
Ένας σεισμός, μια καθίζηση τον έκαναν <<νοικοκύρη >> κι άφησαν το οικοδόμημα κουφάρι στον παρατημό του , να μας τον θυμίζει μέχρι τα σήμερα .
Μια στραβή είναι ικανή να χαλάσει χίλιες ίσιες ! Πήρε την κατιούσα .
Ήταν Απόκριες. Ο Καρβούνης στην Ψανή { ξενοδοχείο ΠΛΑΖΑ }, είχε ορχήστρα . Βραδιά κρύα και βροχερή .Ο Κοσμάς γλέντησε και άφησε ό,τι είχε και δεν είχε στα όργανα .
Αργά κοντά χαραυγή, ανεβαίνει στο πάλκο, παίρνει το μικρόφωνο. Όλοι περίμεναν πως θα τραγουδήσει .
— Προσοχή–προσοχή. Κώστα Σ., το ξέρω σου χρωστάω λεφτά , {είχαν επαγγελματικά νταραβέρια }. Θα στα’δώσω . Αδερφέ δεν έχω μία , έμεινα πανί με πανί , { και γύρισε τις τσέπες του ανάποδα }. Θέλω να με πας στο σπίτι μου. Σου βαστάει η ψυχή ωρέ, ν’αφήσεις τον Κοσμά Βήτα να του πετάει η βροχή στραγαλάκια ….
Μονοφυτιλιά γέλασαν όλοι οι θαμώνες !
Σηκώθηκε ο νεαρός γλεντζές, τον έβαλε στο όχημα , τον πήγε σπίτι, τον τακτοποίησε και γύρισε πίσω στο κέντρο… Να πάρει τα κλειδιά !
Τα χρωστούμενα δεν τα έχασε .
Η κάτω βόλτα όμως είχε ξεκινήσει και οι χαρές λιγόστευαν .Οι φίλοι σκορπίσανε, οι πόρτες κλείσανε κι έμεινε μόνος στον ουρανό της μοναξιάς του , μ’ένα αδύναμο παράπονο στην ψυχή .Περνούσε τα τελευταία του καλοκαιρινά μεσημέρια στο Γρίμποβο. Έβλεπε τη ζωή του, σα διαβατάρικο πουλί, να περνά εμπρός του. Είκόνες του δικού του κόσμου που έρχονταν απ’ τα περασμένα !
Καθόταν στο παγκάκι κάτω απ’ το Ξενία, στη δροσιά του κεντητού ήσκιου.Φορούσε άσπρο κοστούμι που πάνω του είχε ακουμπήσει η γλυκιά φθορά του χρόνου .
Κοίταζε με βλέμμα μετέωρο, πότε- πότε τη θάλασσα μα πιο πολύ κοίταζε τις ξεφλουδισμένες μύτες των καλογυαλισμένων, ακριβών παπουτσιών του , σάμπως και όλα τα μυστικά της ζωής να βρίσκονταν εκεί κάτω !

Tags

Related Articles

Close
Close