ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Έτσι έγινε η απελευθέρωση της Ναυπάκτου

Μελέτη του ΟΣΥΝ

Η απελευθερωση της Ναυπάκτου, θα βάρυνε στην απόφαση των προστάτηδων δυνάμεων, για τον καθορισμό των ορίων του νέου Ελληνικού κράτους.

Οι μάχες στην ευρύτερη περιοχή της Ρούμελης εσήμαναν το τέλος της τουρκικής κατοχής στη Στερεά Ελλάδα, στην οποία οι τούρκοι κατείχαν μόνο τα φρούρια της Ναυπάκτου, του Αντιρρίου, και του Μεσολογγίου, και την ανατροπή των ανθελληνικών σχεδίων για τον περιορισμό του ελεύθερου ελληνικού κράτους σε μόνη την Πελοπόννησο με τον καθορισμό ως οριοθετικής γραμμής του Ισθμού της Κορίνθου. Γι αυτό και η μεγάλη στρατιωτική πίεση ασκήθηκε το 1828 και στις αρχές του 1829, ενόψει των διπλωματικών ζυμώσεων, που είχαν αρχίσει το 1827, για να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα με στρατιωτικά μέσα. Στα μέσα αυτά περιλαμβάνεται και η εκστρατεία κατά της Ναυπάκτου, που θεωρείταν το προπύργιο και η κατοχή της θα βάρυνε στην απόφαση τω προστάτηδων δυνάμεων, για τον καθορισμό των ορίων του νέου ελληνικού κράτους. Γύρω από την πόλη και στην ορεινή Ναυπακτία μαίνονται οι μάχες με πρωταγωνιστές τους Δημοτσέλιο, το Φαρμάκη, το Μακρυγιάννη, το Σαφάκα, το Σωτηρόπουλο, τον Ξύδη, τον Ράγκο, τον Μακρή, τον Μαστραπά, τον Ιωάννου, τον Πανομάρα, τον Βλαχόπουλο, τον Πάσχο, το Δράκο, το Βέϊκο και άλλους, μεταξύ των οποίων πρωταγωνιστικό ρόλο διεδραμάτισαν ο Κίτσος Τζαβέλλας, ο ηγούμενος Δαμιανός και οι Φιλικοί Κανναβός, Ξύδης, Μιχαλόπουλος, Δεσποταίος, Ροντήρης,ΠαπαβιέροςΚαραγιάννης, Πλατανιώτης, Σισμάνης. Στις 25 Φεβρουαρίου 1829, ο πληρεξούσιος τοποτηρητής του Κυβερνήτη στην περιοχή μας Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε τον αποκλεισμό των φρουρίων της Ναυπάκτου, του Αντιρρίου και του Μεσολογγίου, που κατείχαν ακόμη οι τούρκοι, για να είναι, εν όψη της Διάσκεψης των προστατών ελεύθερη η Στερεά Ελλάδα. Το πρωί της 12 Μαρτίου 1829 πλησίασαν το Αντίρριο η φρεγάτα «Ελλάς», στην οποία επέβαινε ο Τοποτηρητής, και μερικά άλλα πλοία, από δε την ξηρά η χιλιαρχία του Κίτσου Τζαβέλλα και το ιππικό του Χατζηχρήστου. Μετά σφοδρό κανονιοβολισμό, παραδόθηκε την επομένη το φρούριο. Η πτώση του Αντιρρίου και η ακριβής τήρηση των όρων του πρακτικού της παράδοσης ενθάρρυνε την παράδοση της Ναυπάκτου, που πραγματοποιήθηκε μετά στενή πολιορκία και ανηλεή βομβαρδισμό του φρουρίου της. Η τουρκική φρουρά της πόλης μας, αποτελούμενη από πέντε χιλιάδες στρατιώτες υπό τον εμπειροπόλεμο Κιόρ Ιμβραήμ Πασά, φάνηκε προς στιγμή, ότι θα προβάλλει σθεναρή αντίσταση. Γι αυτό τα ελληνικά σώματα, υπό τον Ν. Τζαβέλλα, το Φαρμάκη και το Μαστραπά περιέζωσαν το φρούριο, το δε ιππικό υπό τον Χατζηχρήστο κατεδίωξε τους εκτός των τειχών της πόλης τούρκους στρατιώτες, για να κλειστούν τελικά και αυτοί στο κάστρο, ενώ το πολεμικό «Ελλάς» με πλοίαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη και τα άλλα μικρότερα πλοία, κανονιοβολώντας το φρούριο, απέκοπταν κάθε επικοινωνία της πόλης.

Η πρώτη χιλιαρχία του Κίτσου Τζαβέλλα και τα σώματα του Φαρμάκη και του Μαστραπά κατέλαβαν τη δεξιά πλευρά προς το κάστρο, από το Κεφαλόβρυσο, μέχρι το Ιτς Καλέ, την κορυφή δηλαδή του κάστρου. Ο Χατζηχρήστος με το ιππικό του και το σώμα του Βέρη αναπτύχθηκαν στην αριστερή πλευρά, από τη θάλασσα και μέχρι την κορυφή του, ενώ το πυροβολικό κατέλαβε τον πάνω από το κάστρο λόφο, που λεγόταν «του Βρανά η Ράχη», σήμερα λεγομένη Βαρναράχη, αναγκάστηκαν ν’ αποσυρθούν και ο στρατηγικός για την πολιορκία αυτός λόφος περιήλθε στους Έλληνες. Οι Έλληνες, κατανοώντας, ότι δεν ήταν δυνατή η από τα βόρεια εισβολή, επιχείρησαν να κατασκευάσουν υπόνομο, για να γκρεμίσουν το τείχος στο κυριότερο μέρος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατά τις ημέρες αυτές της πολιορκίας έφθασε προ της Ναυπάκτου, εκτιμώντας την ευρύτερη σημασία των πολεμικών αυτών επιχειρήσεων για τον καθορισμό των ορίων του νέου κράτους, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, επιβαίνοντας στο ατμοκίνητο πολεμικό «Ερμής». Ο Βεζύρης — Φρούραρχος της Ναυπάκτου Κιόρ Ιμ-βραήμ Πασάς— αντιλαμβανόμενος ότι πλέον έχει φθάσει το τέλος, έστειλε στον Κυβερνήτη τον Αχμέτμπεη, ζητώντας δεκαήμερη ανακωχή, για να κερδίσει χρόνο. Ο Καποδίστριας, εκμεταλευόμενος την ευκαιρία, διερμήνευσε στον Κιόρ Ιμβραήμ Πασά, ότι υπάρχουν ελπίδες αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων με ασφάλεια. Στις 11 Απριλίου υπογράφτηκε η ανακωχή και ο Κυβερνήτης, αφού την επικύρωσε, αναχώρησε για τη Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο. Μετά πολιορκία μερικών ακόμη ημερών, απελπισμένος ο Πασάς για τη σκοπιμότητα της συνέχισης της άμυνας, διεμήνυσε στον Τοποτηρητή Καποδίστρια, ότι, αν υπάρξουν εγγυήσεις για την εξασφάλιση της φρουράς και των επιθυμούντων να εγκαταλείψουν την πόλη, είναι πρόθυμος να παραδώσει το φρούριο. Υπογράφτηκε το συμφωνητικό της παράδοσης, κατά το οποίο μάλιστα οι τουρκικές οικογένειες θα μεταφερθούν με πλοία στην Πρέβεζα, με δαπάνη της ελληνικής κυβέρνησης, οι στρατιώτες θ’ αναχωρήσουν διά ξηράς, οι δε ελληνικές δυνάμεις δεν θα πλησιάσουν στο φρούριο, εάν προηγουμένως δεν εξέλθουν όλοι οι τούρκοι. Η καθυστέρηση, λόγω της προεργασίας για τη μεταφορά των τουρκικών οικογενειών με πλοία και την έξοδο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, ανάγκασε τον Καποδίστρια να αξιώσει την επίσπευση της παράδοσης της πόλης, εν όψη των διαβουλεύσεων για τον καθορισμό της έκτασης, και των ορίων του νεοελληνικού κράτους, η οποία πραγματοποιήθηκε την 18η Απριλίου με την έπαρση της ελληνικής σημαίας στην κορυφή του κάστρου της ελεύθερης πια πόλης μας. Την επομένη επισκέφτηκε την Ναύπακτο ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, επιβαίνοντας στη φρεγάτα «Ελλάς» για να χαρεί «επί τόπου δια των ιδίων οφθαλμών την νίκην εκείνην των ελληνικών όπλων». Φεύγοντας οι κατακτητές, άφησαν πίσω τους ελάχιστες οικογένειες Ελλήνων οι οποίες, μάλιστα, ήρθαν σε αντιπαράθεση με τις 129 Σουλιώτικες οικογένειες(Μποτσαραίοι, Τζαβελαίοι κλπ), στις οποίες το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε παραχωρήσει τα τουρκικά αρχοντικά, ως αντιστάθμισμα για την προσφορά τους στον Αγώνα. Τόση ήταν η σημασία της πολιορκίας και της άλωσης της Ναυπάκτου για την επέκταση των ορίων του νέου ελληνικού κράτους, από τον Ισθμό της Κορίνθου στη γραμμή Άρτα – Βόλος, ώστε η Κυβέρνηση εκφράζοντας τη χαρά και την ικανοποίηση των Πανελλήνων, διένειμε δώρα στο στρατό, για την επιτυχία του αυτή: στους στρατιώτες της ξηράς 45.000 γρόσια, στους ναύτες του στόλου 15.000 και στους τακτικούς και το πυροβολικό 4.000 γρόσια, καίτοι η οικονομική κατάσταση της χώρας μας, όπως είναι γνωστό, τελούσε υπό δεινή δοκιμασία. Η εικόνα της μόλις απελευθερωμένης πόλης μας αποτυπώνεται: Στην αναφορά του πρώτου διοικητή της, με ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1829, στην οποία μεταξύ των άλλων, γράφεται ότι καμμία εκκλησία δεν ευρίσκεται και δι εξόδων δε του εκλαμπρότατου πληρεξούσιου επισκευάσθη εκκλησία επονομαζόμενη Άγιος Δημήτριος η οποία πρώτα ήταν τζαμί και ότι άρχισε η ανέγερση το 1830 της Αγίας Παρασκευής. Επίσης αποτυπώνεται ότι στην απογραφή των οικιών και κτισμάτων, που έγινε το Μάϊο του 1829 από το Ναυπάκτιο αστυνόμο Παναγιώτη Κυρίτση, στην οποία είναι καταγραμμένες 252 οικίες και εργαστήρια, από τις οποίες οι 71 ήσαν ερειπωμένες και ακατοίκητες.

Αθήνα 16 Απριλίου 2022

Για το Κεντρικό Συμβούλιο της Ο.ΣΥ.Ν

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Ο Ταμίας

Θεόδωρος Παπαδόπουλος Ιωάννα Πια Κώστας Σαλτός

Βοηθήματα : Γιάννης Βαρδακουλάς

Related Articles

Back to top button