ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Χριστουγεννιάτικη ιστορία από την Παλιά Ναύπακτο

Χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες.

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου

Κόντευαν τα Χριστούγεννα. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα σπίτια και τους κουραμπιέδες. Τα ταψιά πήγαιναν κι έρχονταν στο φούρνο του Μπερπιλάγκα και του Κοργιαλά. Το πρόβειο βούτυρο, καλά χτυπημένο με το χέρι, ν΄ασπρίσει και να γίνει αφρός. Μοσχοβόλαγε ο τόπος, καβουρτισμένο αμύγδαλο και ανθόνερο. Ξεχωριστό χιονισμένο βουναλάκι για μας τους σπιτικούς, άλλο για το<< Μη μπει κανένας χριστιανός, να τον τρατάρουμε>>. Και είναι αλήθεια πως μπαίναν πολλοί χριστιανοί στα σπίτια μας τότε και κανένας δεν έλεγε<< Δεν τρώω γιατί με πειράζει>>.
Αλεύρι από το καλό, διπλοκοσκινισμένο για το Χριστόψωμο με τα όμορφα κεντήδια. Ζυμαρένιος σταυρός από πάνω που στη μέση και στις άκρες του, είχε για διακόσμηση καρύδια και αμύγδαλα ολόκληρα, σύμβολα ευφορίας.
Περνούσαν από τις γειτονιές της Ναυπάκτου, οι γαλοβοσκοί με τα μπουλουκάκια τους. Κρατούσαν μια μακριά καλαμίδα ως όργανο κατεύθυνσης της ομαδικής παρέλασης των γαλιών, σχεδόν εφ’ ενός ζυγού. Σήκωναν τον κόσμο με τα <<γλου- γλού>>τους. Αγόραζε όποιος ήθελε, ζωντανό το πουλί μαζί με τις συμβουλές για το ψήσιμό του με το απαραίτητο καρύδι στο στόμα. Οι χασάπηδες έπαιρναν παραγγελίες για χοιρινά. Θα φτιάχναμε κάμποσα λουκάνικα, θα τα κρεμάσουμε στο τζάκι να καπνιστούν. Μεζές καλός, για μας και για τους χριστιανούς που λέγαμε. Και ματιές θα γέμιζε η μάνα.
Το Χριστουγενιάτικο δένδρο, ήταν ένα καλό κλωνάρι κυπαρίσσι.Γουβάς γεμάτος άμμο τυλιγμένος σε άσπρη μαξιλαροθήκη η βάση του. Τα κυπαρισσόμηλα ντημένα με ασημόχαρτο από το πακέτο τσιγάρων του μπαμπά μαζί με τα στολίδια που φτιάχναμε την ώρα της χειροτεχνίας στο σχολείο. Κουκουνάρες από τα πεύκα της Δεξαμενής, περασμένες με χρυσαλοιφή. Τα αγοραστά στολίδια λίγα. Φωτάκια, διαφόρων χρωμάτων σε σχήμα μαργαρίτας με πέταλα χονδρά σα γαλότσα. Βαμβάκι στα κλωνάρια και στην πτυσσόμενη χάρτινη φάτνη, για χιόνι. Χαλκομανίες στα τζάμια, με αγγελάκια σγουρομάλλικα και ζουμπουρλούδικα που είχαν σταυρωμένα τα χονδρομπαλά χεράκια τους και τα μάγουλά τους ροδαλά. Αν περίσσευε κανένα το κολλάγαμε στα βιβλία μας. Από τα βιβλιοπωλεία τις αγοράζαμε, του Φράγκου,του Δράκου, του Ανδρίτσου και του Μπερτσιά.
Ο Χρήστος που ήταν καλός νοικοκύρης και που θα γιόρταζε, είχε παραγγείλει από την προηγούμενη εβδομάδα στην <<παζαριανή του φιλενάδα>>, μια κότα για την Χριστουγεννιάτικη σούπα. Παραμονή πήγε στη λαϊκή να την πάρει. Καλομαδημένη, καλοκαψαλισμένη. Από το κοτέτσι στο στρατσόχαρτο. Ήταν μουστερής της και τον πρόσεχε. Φόρτωσε το δίχτυ του και με σέλινα, μάπες για τις σαρμάδες, μαρούλια, άνηθα. Πήρε και αυγά για το αυγόκομμα. Αυτά τα έβαλε σε μια χαρτοσακούλα και τα κρατούσε ευλαβικά στα χέρια να μην τα σπάσει.
Γυρίζοντας, στο δρόμο προς το σπίτι του, μπήκε στο <<υποδηματοποιείον>> του φίλου του Κώστα, να πουν τις χαζομάρες τους. Ήταν όμως γνωστό τοις πάσι. Όποιος πλησίαζε το πεδίο δράσης του Κώστα, ήταν σαν το κριάρι που ξύνεται στη γκλίτσα του τσοπάνη. Τη <<ματσκιά>>, δε θα τη γλίτωνε! Αλλά όλοι πήγαιναν γυρεύοντας για τις πλάκες του.
Προς την πλάτη του μαγαζιού, ήταν ο πάγκος εργασίας. Ένα μικρό<< τραπέζι>> με συρτάρια αριστερά και δεξιά ως το πάτωμα. Εδώ είχε τα εργαλεία του ο μάστορας. Σφυριά, σφυράκια, σπάγκους, βελόνες, τσαγκαροσούβλια, φαλτσέτες. Κερωμένοι σπάγκοι και δέρματα κρεμασμένα σε πρόκες. Ένα τμήμα της επιφάνειας του πάγκου, ήταν χωρισμένο με πηχάκια σχηματίζοντας τετράγωνα διαμερίσματα.Εδώ ήταν παρατεταγμένα κατ’ανάστημα: Πρόκες, προκάκια, τελάκια, πέταλα και πεταλάκια. Τα καινούργια μας παπούτσι, περνούσαν πρώτα από τον τσαγκάρη. Κάρφωνε ένα μεγάλο πέταλο- τρία εκατοστά περίπου- στο τακούνι και ένα μικρότερο στη μύτη για να προστατεύονται οι σόλες απο τη γρήγορη φθορά. Στο πάτωμα, ένας τσίγκινος κουβάς με νερό για να βρέχει τα δέρματα-ψίδια- ο μάστορας.
Μπήκε ο Χρήστος στο μαγαζί, ακούμπησε το δίχτυ του σε μιαν άκρη. Κουβέντιαζαν.Εκείνη τη στιγμή περνάει απ’έξω ένας φίλος που τον άψαχνε απ’ το πρωί.Ακουμπάει τη χαρτολίνα με τ’αυγά πάνω στον πάγκο και τρέχει προς την πόρτα. Ο Κώστας την παίρνει γρήγορα και την βουτά ελαφρά στο νερό, τη βάζει στη θέση της και επικεντρώνεται στην εργασία του.
Αφού έσωσε το κουβεντολόι ο Χρήστος πάει να φύγει. Σηκώνει τη σακούλα, ανοίγει ο πάτος της και τ’αυγά βρεθήκανε πλιάτσα στο πάτωμα! Θα μπορούσε να είναι δουλεία των Καλικαντζάρων. Αυτοί όμως δεν είχαν ανεβεί ακόμα από τα έγκατα της γης. Τα Χριστούγεννα θα έρχονταν, θα κάναν τις ζαβολιές τους, θα μέναν ως τα Φώτα και θα έφευγαν κυνηγημένοι απ’ την αγιαστούρα του παπά! Ο Κώστας, κουνώντας το κεφάλι του επιτιμητικά, έδωσε την εξήγηση.
-Εμ, αφού τ’άφσεις απάν’ στη προυκαδούρα τι περίμινες; Καλά να πάθ’ς. Και γυρίζοντας προς τον τοίχο που πίσω του ήταν το σπίτι του, φωνάζει τη γυναίκα του.
-Λένη, φέρει δυο ζευγάρια αυγά σ’αυτόν τουν άχρηστου γιατί αντί να ακούσ’ του<< Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσει>> τουν βλέπου να πάει σβουριχτός για κατσάδα κι μουρμούρα…
Καλές γιορτές Πατριώτες!

Tags

Related Articles

Close
Close