ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Ανεμογιάννης: Ο ήρωας που σούβλισαν οι Τούρκοι στο λιμάνι της Ναυπάκτου

Το άψυχο σώμα του παρέμεινε για αρκετές μέρες στις επάλξεις του φρουρίου της Ναυπάκτου για παραδειγματισμό και εκφοβισμό.

Ο Γιώργος Ανεμογιάννης (Παξοί 1798 – Ναύπακτος 1821), γνωστός και ως Παξινός είναι ήρωας και μάρτυρας της Ελληνικής επανάστασης του 1821. Ένας από τους πρώτους πυρπολητές του ελληνικού στόλου.

Καταγόμενος από τους Παξούς, ο Γεώργιος Ανεμογιάννης υπηρετούσε ως ναύτης στο πλοίο της Μπουμπουλίνας «Οι Σύμμαχοι«, το οποίο συμμετείχε στον αποκλεισμό της Ναυπάκτου και στην επίθεση εναντίον του απόρθητου φρουρίου της (25 Μαΐου 1821). Η επίθεση απέτυχε και αποφασίστηκε η πυρπόληση του τουρκικού στόλου που βρισκόταν προστατευμένος κάτω από το φρούριο της Ναυπάκτου.

Η Ναύπακτος αποτελούσε τήν πιό ισχυρή ναυτική βάση τών Τούρκων στόν Κορινθιακό κόλπο. Προστατευμένη η πόλη καί τό φρούριό της από τά ισχυρά καστέλια τού Ρϊου καί τού Αντιρρίου θεωρείτο από τούς Οθωμανούς απρόσβλητη. Κάθε απόπειρα γιά επίθεση εναντίον της ήταν καταδικασμένη σέ αποτυχία. Κι όμως οι οπλαρχηγοί Διαμαντής Χορμόβας, Κωνσταντίνος Σιαδήμας καί Γεώργιος Πιλάλας μέ 3000 άνδρες επιχείρησαν νά επιτεθούν στήν πόλη. Χωρίς όμως κανόνια καί πλοία η πολιορκία δέν θά έφερνε κάποιο θετικό αποτέλεσμα καί γι’ αυτό ζήτησαν ενίσχυση από τά νησιά.

Στίς 20 Μαΐου 1821 μικρή μοίρα πλοίων από τήν Ύδρα, τίς Σπέτσες καί τό Γαλαξείδι αγκυροβόλησε μπροστά στό φρούριο τής Ναυπάκτου (Έπαχτου). Σέ σύσκεψη τών οπλαρχηγών καί τών ναυάρχων, αποφασίστηκε νά γίνει πρώτα έφοδος κατά τού Αντιρρίου (Καστέλι τής Ρούμελης). Στίς 24 του ίδιου μήνα, οι επαναστατικές δυνάμεις κατέλαβαν τήν οχυρή θέση Παναγιά, μεταξύ Αντιρρίου καί Ναυπάκτου, διακόπτοντας έτσι τήν μεταξύ τους επικοινωνία. Στή συνέχεια, μετέφεραν από τά πλοία στήν ακτή πυροβόλα μέ αρχηγό τής κανονιοστοιχίας τόν Σπετσιώτη πλοίαρχο Μανώλη Ορλάνδο καί ξεκίνησαν τόν κανονιοβολισμό τού Αντιρρίου καί τής Ναυπάκτου. Οι Τούρκοι τής Ναυπάκτου έκαψαν τά σπίτια τής πόλης καί αποσύρθηκαν στό βενετικό φρούριο πού δεσπόζει στόν Πατραϊκό Κόλπο.

Τήν άλλη μέρα, ο Διαμαντής Χορμόβας εξόρμησε μέ τά παλλικάρια του γιά τήν κατάληψη τού Αντιρρίου. Σέ ένα παράτολμο επιχείρημα, προσπαθώντας νά ανέβει στίς επάλξεις τού κάστρου, σωριάστηκε νεκρός από βόλι, αναγκάζοντας τά παλληκάρια του σέ υποχώρηση. Μετά τήν αποτυχία τού Χορμόβα, αποφασίστηκε η πυρπόληση τού τουρκικού στόλου από τόν υποπλοίαρχο Γιώργο Μυργιαλή, πού υπηρετούσε στόν «Αχιλλέα» τού Νικολάου Μπόταση, καί από τόν ναύτη Γεώργιο Παξινό πού υπηρετούσε σέ πλοίο τής Μπουμπουλίνας.

Ο Nικόλαος Mπότασης υπήρξε ο Γενάρχης τών Mποτασαίων. Ήταν γεννημένος στό Kρανίδι, αλλά ανδρώθηκε στίς Σπέτσες. Oι τρείς γίοι του, ο Γκίκας, ο Aναγνώστης καί ο Παναγιώτης μαζί μέ τόν πατέρα τους είχαν δημιουργήσει μία πλούσια οικογένεια η οποία διέθετε τά μεγαλύτερα καί τά καλύτερα πλοία τών Σπετσών, τή ναβέττα «Αχιλλεύς» καί τήν γκαβάρα «Διομήδης», 460 τόννων. Oι Mποτασαίοι δαπάνησαν γιά τίς ανάγκες τού Aγώνα, σύμφωνα μέ τόν βιογράφο τους Αναστάσιο Γούδα σύνολικά 61.861 ισπανικά τάληρα.

– «Καπετάν Νικολάκη Μπόταση, λόγου μου δέχομαι νάμπω καί νά κουμαντάρω τό μπουρλότο.»
– «Πώς σέ λένε λεβέντη μου;»
– «Τ’ όνομά μου είναι Γιώργης Ανεμογιάννης απ’ τούς Παξούς καί γι’ αυτό οι πιό πολλοί μέ φωνάζουν Παξινό.»
– «Σέ ποιό καράβι είσαι γεμιτζής;»
– «Στής Λασκαρίνας τής Μπουμπουλίνας.»
– «Τί ζητάς γιά πλερωμή;»
– «Άν δώσει ο Θεός καί πετύχω, δώσε μου δέκα τάλλαρα νά τά κάνω χάρισμα τής αρραβωνιαστικιάς μου.»


Ο Γιώργος Παξινός μπήκε στό μπουρλότο ολομόναχος. Στάθηκε στό διάκι κι άρπαξε στά χέρια του τή λαγουδέρα. Ξωπίσω έσερνε τή βάρκα πού θά τόν έπαιρνε ύστερα από τή φωτιά. Ήταν μέσα σ’ αυτή ο Μυργιαλής μέ δέκα ακόμα γεροδεμένα παλληκάρια γιά λαμνοκόπους. Πιό πέρα ακολουθούσε ο Ανδριανός Σωτηρίου μέ τό καράβι του «Λυκούργος» νά τούς πάρει. Ήταν αυγή στίς 10 Ιουνίου 1821, όταν μέ πρίμο καιρό καί μ’ ολοφούσκωτα πανιά ξεκίνησε ο Ανεμογιάννης.
Οι Τούρκοι σάν βλέπουν τό ελληνικό καράβι τό βάζουν στό κανονίδι καί από τή στεριά καί από τό μπούρτζι (παράκτιο οχυρό). Ο Παξινός ατάραχος έχει σκοπό νά φέρει τό μπουρλότο ανάμεσα στ’ αραγμένα εχθρικά πλοία. Οι μπάλλες τών κανονιών πέφτουν γύρω απ’ τό μπουρλότο του. Κι όσο ζυγώνει, τά βόλια απ’ τίς ντουφεκιές χαλάζι. Γιά κακή του τύχη τό μπουρλότο αρπάζει φωτιά καί καίγεται.


– «Πέσε στή θάλασσα Γιώργη νά σέ γλυτώσουμε. Θά σέ κάψει η φωτιά!»
– «Λευτεριά ζητάμε ορέ αδέρφια, κι εγώ γιά τήν πίστι μας θέλ’ αποθάνει πρώτος, μά τήν χρυσή πατρίδα μας άν διά μιάς καή ο φλόκος!»

O Παξινός μήν μπορώντας νά παραμείνει περισσότερο στό σκάφος πού καιγόταν, έπεσε στη θάλασσα καί άρχισε νά κολυμπά πρός τά ελληνικά πλοία. Μάταια όμως. Καθώς είχε οδηγήσει τό μπουρλότο μέχρι απόσταση βολής πιστολιού από τά εχθρικά σκάφη, έξι λέμβοι, πού στάλθηκαν επίτηδες, τό απώθησαν μέ αποτέλεσμα νά καεί άσκοπα. Καί όχι μόνον αυτό.

Συνέλαβαν ζωντανό τόν άτυχο Παξινό, τόν οποίο ανέμενε φρικτή τύχη. Μεταφέρθηκε στήν τουρκική ναυαρχίδα, στό κατάστρωμα τής οποίας, αφού σουβλίστηκε μέ τέχνη ώστε νά μείνει ζωντανός, ψήθηκε σέ σιγανή φωτιά, ενώ οι σπαρακτικές κραυγές του έφθαναν μέχρι τά ελληνικά πλοία.

Στή συνέχεια τό καμμένο σώμα του κρεμάστηκε από τά τείχη τής Ναυπάκτου. Η αρραβωνιαστικιά του η Κωνσταντινιά Λέκα ούτε τά τάλληρα θά έπαιρνε ούτε καί θά ξανάβλεπε τόν αγαπημένο της. Δέν παντρεύτηκε ποτέ της καί τό 1871 ταξίδεψε τό ταξείδι χωρίς επιστροφή καί πήγε νά τόν συναντήσει.

Μνημείο του Γ. Ανεμογιάννη υπάρχει σήμερα στην Δυτική είσοδο του λιμανιού της Ναυπάκτου, απέναντι από τον φάρο.

 

Close
Close