ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

30 Απριλίου 1945- Η αυτοκτονία του Αδόλφου Χίτλερ

Γερμανός πολιτικός, αυστριακής καταγωγής, που κυβέρνησε δικτατορικά τη Γερμανία από το 1934 έως το 1945. Αρχηγός του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (NSDAP) από το 1921, καγκελάριος της Γερμανίας από το 1933 έως το 1945 και ηγέτης (Führer) του Ναζιστικού Τρίτου Ράιχ από το 1934 έως το 1945. Προκάλεσε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα.

Ο Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler) γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1889 στο Μπράουναου Αμ Ιν της Αυστρο-Ουγγαρίας (νυν Αυστρίας), ένα χωριό κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά του τελωνειακού υπαλλήλου Αλόις Χίτλερ και της Κλάρας Πετσλ.

 Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε μία γειτονιά του Λιντς, της πρωτεύουσας της Άνω Αυστρίας κι έχασε τον πατέρα του το 1903, όταν ήταν 14 ετών. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να κάνει μεγαλεπήβολα όνειρα για καλλιτεχνικές σπουδές.
 Το 1907 μετακόμισε στη Βιέννη, όπου όμως δεν κατάφερε να εισαχθεί στην Ακαδημία Τεχνών. Την περίοδο αυτή επηρεάζεται από την αντισημιτική και λαϊκιστική ρητορική του δήμαρχου της Βιέννης Καρλ Λίγκερ και τις παγγερμανικές θεωρίες του αυστριακού πολιτικού και μεγαλοκτηματία Γκέοργκ Σένερερ, ενώ εργάζεται ως βοηθός διακοσμητή.

Το 1912, μετακομίζει στο Μόναχο και εργάζεται ευκαιριακά ως ελαιοχρωματιστής, ενώ παράλληλα μελετά τα έργα των φιλοσόφων Ζορζ Σορέλ, θεωρητικού του επαναστατικού συνδικαλισμού και Φρίντριχ Νίτσε. Κάνει αίτηση για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, αλλά κρίνεται ακατάλληλος.

Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατατάσσεται εθελοντής σ’ ένα εφεδρικό βαυαρικό σύνταγμα πεζικού. Πολέμησε, έζησε την εμπειρία των χαρακωμάτων, τραυματίστηκε στη μάχη του Σομ (1916) και προσβλήθηκε από χημικά αέρια το 1918. Προήχθη σε δεκανέα και τιμήθηκε με το μετάλλιο του Σιδηρού Σταυρού, διάκριση για την οποία ήταν περήφανος σε όλη του τη ζωή.

Μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, είναι πλέον πεπεισμένος ότι η στρατιωτική ήττα της Γερμανίας οφείλεται στα πλήγματα που δέχτηκε από το μαρξισμό και τον ιουδαϊσμό, στοιχεία που τον πείθουν απόλυτα για την ανάγκη διασφάλισης της ύπαρξης του γερμανικού λαού και απελευθέρωσής του από τον εσωτερικό εχθρό, τους Εβραίους. Τότε είναι που αρχίζει να αποκρυσταλλώνει τις πολιτικές του ιδέες και υποστηρίζει ένα δικής του έμπνευσης κράμα εθνικισμού και σοσιαλισμού, με το στοιχείο του εθνικισμού να υπερτερεί αναμφισβήτητα.

Το 1919 προσχωρεί σε μία ασήμαντη ομάδα της άκρας δεξιάς, το «Κόμμα των Γερμανών Εργατών», το οποίο το 1920 παίρνει το όνομα Εργατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα (NSDAP). Χάρη στις πολιτικές του ικανότητες, θα γίνει αρχηγός του το 1921, δημιουργώντας παράλληλα και μία παραστρατιωτική οργάνωση, τους Φαιοχίτωνες ή Τάγματα Εφόδου (Sturmabteilung ή SA). Το Νοέμβριο του 1923 εμπνέεται από την Πορεία προς τη Ρώμη του Μουσολίνι και επιχειρεί μαζί με το στρατηγό Έριχ Λούντεντορφ πραξικόπημα στο Μόναχο, που έμεινε στην ιστορία ως «Το Πραξικόπημα της Μπυραρίας», με αντικειμενικό στόχο να φθάσει στο Βερολίνο. Καταδικάζεται σε φυλάκιση πέντε ετών και τελικά αμνηστεύεται, το Δεκέμβριο του 1924.

Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του αρχίζει να γράφει το πολιτικό του μανιφέστο «Mein Kampf» («Ο Αγών μου»), στο οποίο εκθέτει όλο το πολιτικό του πρόγραμμα. Κεντρικό θέμα του είναι ο ρατσισμός και ιδιαίτερα ο αντισημιτισμός, ενώ παράλληλα εξυμνεί την αρία φυλή. Ύψιστο καθήκον τού κράτους είναι η διατήρηση των δυνατοτήτων αύξησης του πληθυσμού που ανήκει στη συγκεκριμένη φυλή μέσα από την κατάκτηση του «Ζωτικού Χώρου» («Lebensraum»), στόχος που μπορεί να γίνει πράξη σ’ ένα κράτος που θεμελιώνεται στην ιεραρχία και τον αυταρχισμό και βέβαια, στο πρόσωπο ενός αρχηγού (Fuhrerprintzip).

Μετά την αποφυλάκισή του, αγωνίζεται με πάθος για την ανασυγκρότηση του κόμματος σε στρατιωτική βάση. Ιδρύει τα SS και συνάπτει δεσμούς με μεγάλους βιομηχάνους, κατορθώνοντας να εξασφαλίσει την απαραίτητη χρηματοδότηση για την ευόδωση των πολιτικών του σχεδίων. Εκμεταλλεύεται την οικονομική κρίση και εξαθλίωση που βιώνει η Γερμανία και με το προσωπικό μαγνητισμό που ασκεί στις μάζες, κατορθώνει να κερδίσει περισσότερες από έξι εκατομμύρια ψήφους στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1930, εισβάλλοντας δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο της Γερμανίας.

Συνασπιζόμενος με άλλες τρεις πολιτικές δυνάμεις, ο Χίτλερ αρχίζει έναν αποφασιστικό αγώνα, με σκοπό την κατάργηση των κοινοβουλευτικών θεσμών της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, καταφεύγοντας στη δημιουργία τρομοκρατικών ομάδων που δρουν με την κάλυψη του επίσημου κράτους. Στις εκλογές του Απριλίου του 1932, κατεβαίνει υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας και ηττάται από τον Χίντενμπουργκ, έχοντας λάβει το 36,8% των ψήφων. Τον επόμενο Ιούλιο, πάντως, ο ναζισμός κερδίζει μία καθαρή νίκη στις εκλογές για το Ράιχσταγκ και στις 30 Ιανουαρίου του 1933, ο Χίτλερ γίνεται καγκελάριος του Ράιχ, υποστηριζόμενος από μία κυβέρνηση συνασπισμού.

Όταν αναλαμβάνει όλες τις εξουσίες, το 1933, προχωρά στην κατάργηση θεμελιωδών ελευθεριών και εγκαθιδρύει τη δικτατορία του Ναζιστικού Κόμματος. Στις 30 Ιουνίου 1934, υποβάλλει και το κόμμα του σε μία εξονυχιστική επιχείρηση εκκαθαρίσεων («Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»), με στόχο τον αφανισμό όλων των εσωτερικών αντιπάλων του. Στις 2 Αυγούστου 1934 γίνεται πρόεδρος του Ράιχ και καγκελάριος, λαμβάνοντας τον τίτλο του Φύρερ (Fuhrer und Reichskanzler) και εδραιώνοντας ένα ολοκληροτικό καθεστώς, πιστό στις προγραμματικές εξαγγελίες του εθνικοσοσιαλισμού.

Πρώτη προτεραιότητά του είναι η άρση των συνεπειών της Συνθήκης των Βερσαλιών και ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας. που συνδυάζεται με μία επιθετική και επεκτατική εξωτερική πολιτική (ανάκτηση των εδαφών του Ρήνου, προσάρτηση της Αυστρίας και εισβολή στην Τσεχοσλοβακία). Τις παραμονές του πολέμου, το Φεβρουάριο του 1938, αναλαμβάνει και τον έλεγχο της Βέρμαχτ. Καθώς δεν εμπιστεύεται την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία, συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Η εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939 θα σημάνει και την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Χίτλερ αναλαμβάνει προσωπικά την αρχιστρατηγία των γερμανικών δυνάμεων, αλλά η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, η κατάρρευση της Ιταλίας του συμμάχου του Μουσολίνι και η αποτυχία της εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ήττα της Γερμανίας. Οι δυσαρέσκεια των στρατιωτικών προς το πρόσωπό του, ενκδηλώνεται με τις δύο εις βάρος του δολοφονικές απόπειρες της 13ης Μαρτίου 1943 και της 20ής Ιουλίου 1944.

Το τέλος του Χίτλερ και του καθεστώτος του φαίνεται να πλησιάζει, όταν οι Σύμμαχοι αρχίζουν να προελαύνουν προς το Βερολίνο στις αρχές του 1945. Ο γερμανός δικτάτορας, γεμάτος απόγνωση, αποσύρεται στο καταφύγιό του στο Μέγαρο της Καγκελαρίας. Στις 30 Απριλίου 1945 θα αυτοκτονήσει, μαζί με την ερωμένη του Εύα Μπράουν, την οποία είχε νυμφευτεί την προηγούμενη ημέρα. Σύμφωνα με τις οδηγίες του, τα σώματά τους αποτεφρώθηκαν.

Για πολύ καιρό, οι ιστορικοί περιέγραφαν την ερωμένη του Αδόλφου Χίτλερ, Eύα Μπράουν, σαν μια κατά βάση απολιτική παρουσία δίπλα στον δικτάτορα. Παρότι εκείνος ήταν πάντα περισσότερο αφοσιωμένος στο κόμμα και τις ιδέες του παρά στην Εύα Μπράουν, εκείνη επέλεξε να «φύγει» μαζί του, σαν σήμερα, 30 Απριλίου του 1945.

Η κυρία Χίτλερ

Οι έρευνες για τις λεπτομέρειες της σχέσης του Χίτλερ με τη Μπράουν ξεκίνησαν όταν ο δικτάτορας ήταν ακόμη στη ζωή. Η μυστικότητα της σχέσης αυτής οφειλόταν σε πολιτική σκοπιμότητα αφού σύμφωνα με τον ίδιο τον Χίτλερ, το ότι ήταν ανύπαντρος «επιτελούσε τα μέγιστα» στην ειδωλοποίηση του από το γυναικείο κοινό του. Κανείς δεν γνωρίζει πότε η γνωριμία μετατράπηκε σε σχέση.

Το 1932, η Μπράουν προσπάθησε να αυτοκτονήσει με το όπλο του πατέρα της, κάτι που ερμηνεύεται από ορισμένους σύγχρονους της ως μια προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του αφοσιωμένου στο κόμμα και τις ιδέες του Χίτλερ. Το 1935, η Εύα αποπειράται να αυτοκτονήσει και πάλι, αυτή τη φορά με υπνωτικά χάπια, ενώ στοιχεία δείχνουν πως η σχέση μετά από αυτό το περιστατικό έγινε πιο στενή.

«Μόνο η κα Μπράουν είναι πιστή και ανήκει σε μένα»

Η Μπράουν ήταν πιστή στον Χίτλερ μέχρι θανάτου, και αυτή η άνευ όρων πίστη ήταν που εκτιμούσε περισσότερο από όλα ο Φύρερ σε εκείνη αφού όπως έλεγε και ο ίδιος: «Μόνο η κα Μπράουν και ο Γερμανικός Ποιμενικός μου είναι πιστοί και ανήκουν σε μένα».

Στις αρχές Απριλίου του 1945 ήταν κάτι παραπάνω από φανερό ότι οι ημέρες του Ναζισμού ήταν μετρημένες. Η Εύα μετακόμισε στο Βερολίνο και εγκαταστάθηκε στα υπόγεια της Καγκελαρίας, όπου βρισκόταν το θωρακισμένο καταφύγιο του Φύρερ. Αρνήθηκε να φύγει και δήλωσε ότι θα παραμείνει κοντά του.

Στις 29 Απριλίου ο Αδόλφος Χίτλερ παντρεύτηκε τελικά την Εύα Μπράουν στο καταφύγιο της Καγκελαρίας, με τους Σοβιετικούς στρατιώτες να βρίσκονται ήδη στο Βερολίνο. Ο γάμος ήταν πολιτικός, με τη νύφη να φορά ένα μαύρο φόρεμα.

Την επομένη, 30 Απριλίου 1945, το ζεύγος Χίτλερ κλείσθηκε λίγο μετά τις 3 το μεσημέρι σ’ ένα δωμάτιο του καταφυγίου και αυτοκτόνησε με χάπια υδροκυανίου κι ενώ οι Σοβιετικοί απείχαν γύρω στα 500 μέτρα από την Καγκελαρία. Αμέσως μετά, τα δύο πτώματα αποτεφρώθηκαν. Την τέφρα τους βρήκαν οι πρώτοι στρατιώτες που εισήλθαν στο καταφύγιο μετά από λίγο. Οι σοβιετικοί τους έθαψαν μυστικά στο Μαγδεμβούργο μαζί με τα πτώματα της οικογένειας Γκέμπελς, που είχε αυτοκτονήσει ομαδικά.

«Ήμουν στο καταφύγιο όταν αυτοκτόνησε ο Χίτλερ»

Ο Rochus Misch είναι ο τελευταίος ζωντανός μάρτυρας του τέλους του Γερμανού δικτάτορα που εκτυλίχθηκε στο καταφύγιο της Καγκελαρίας στις 30 Απριλίου του 1945. Έχει διηγηθεί στο BBC:

«Ξαφνικά άκουσα κάποιον να φωνάζει στην ακόλουθο του Χίτλερ: «Linge, Linge, νομίζω ότι συνέβη». Εκείνοι είχαν προφανώς ακούσει κάποιον πυροβολισμό, εγώ όχι. Ο προσωπικός γραμματέας του Χίτλερ, Martin Bormann διέταξε να γίνει ησυχία. Όλοι άρχισαν να ψιθυρίζουν. Εγώ μιλούσα σε ένα τηλέφωνο, και επίτηδες μιλούσα δυνατά, ήθελα να ακούω κάτι. Δεν ήθελα να σκέφτομαι ότι ήμασταν μέσα σε ένα καταφύγιο θανάτου». «Ο Bormann διέταξε να ανοίξει η πόρτα. Είδα τον Χίτλερ σωριασμένο με το κεφάλι του στο τραπέζι. Η Eva Brown κείτονταν στον καναπέ με το κεφάλι της στραμμένο προς εκείνο. Είχε τα γόνατα σφιχτά στο στήθος. Φορούσε ένα βαθύ μπλε φόρεμα με λευκούς φραμπαλάδες. Δε θα το ξεχάσω ποτέ» περιέγραψε ο 92χρονος.

«Παρατηρούσα καθώς σκέπασαν τον Χίτλερ. Τα πόδια του προεξείχαν καθώς με προσπέρασαν μεταφέροντάς τον. Κάποιος μου φώναξε: «Τρέχε πάνω! Καίνε το αφεντικό!». Αποφάσισα να μην πάω γιατί είχα παρατηρήσει ότι ο Mueller της Γκεστάπο ήταν εκεί – και αυτός δεν ερχόταν σχεδόν ποτέ. Είπα στον σύντροφο μου τον Hentschel, τον μηχανικό: «ίσως μας σκοτώσουν επειδή είμαστε οι τελευταίοι μάρτυρες».

Related Articles

Close
Close