ΑΠΟΨΕΙΣ

«Πάντα τα σύνορα θα μου θυμίζουν θάνατο»

Γράφει η Αννούλα του Χιονιά

Όταν φύγαμε από την Αλβανία, ήμουν ενός έτους και κάτι. Οι γονείς μου σκεφτόντουσαν να φύγουν απ’ τη θάλασσα και η αλήθεια είναι πως σήμερα μπορεί να μην υπήρχε κανείς μας. Γιατί το σχέδιο δεν ήταν απλό. Όπως και οι πρόσφυγες τα τελευταία χρόνια, που επιλέγουν να φύγουν χειμώνα με βάρκες γιατί υπάρχουν λιγότεροι έλεγχοι από το λιμενικό στη θάλασσα, την ίδια τακτική ακολουθούσαν και τότε οι Αλβανοί μετανάστες. Έκλεβαν βάρκες και έφευγαν ή οι περισσότερο νέοι, εκείνοι που δεν είχαν παιδιά, είχαν εφεύρει μια άλλη πατέντα πολύ πιο επικίνδυνη. Έβρισκαν τεράστιες ρόδες από φορτηγά, ανέβαιναν επάνω και προσπαθούσαν να φτάσουν τα φώτα της Κέρκυρας.


Αυτό έκανε και ο θείος Κώστας. Ήταν μόλις 19 χρονών, το ένα από τα μεγαλύτερα αδέρφια του είχε ήδη καταφέρει να φτάσει στην Κέρκυρα μ’ αυτό τον τρόπο, και όπως του έλεγε στα γράμματα που έφταναν κρυφά, θα τον περίμενε, θα του έβρισκε δουλειά και μια καινούρια ζωή. Έτσι το αποφάσισε, και Δεκέμβρη μήνα, 25 Δεκεμβρίου 1989 συγκεκριμένα, μαζί με τρεις φίλους του, βρήκαν δυο μεγάλες ρόδες, δέθηκαν μεταξύ τους, δυο άτομα σε κάθε ρόδα, ήπιαν κάμποσο κονιάκ για να προσπαθήσουν να ζεσταθούν και έπεσαν στη θάλασσα.
Στη διαδρομή η μια ρόδα παρασύρθηκε από τα κύματα και δεν βρέθηκε ποτέ. Ο θείος Κώστας κατάφερε με τον φίλο του να φτάσουν στην Κέρκυρα. Ο φίλος του βρέθηκε μισοπεθαμένος, και όπως διηγήθηκε αργότερα στον αδερφό του θείου μου, ο Κώστας σταμάτησε να μιλάει μόλις έφτασαν στη στεριά. Η νεκροψία έδειξε πως είχε πάθει ανακοπή από το κρύο.


Ο πατέρας μου το επόμενο βράδυ βρισκόταν σε ένα φιλικό σπίτι. Είχαν γυρίσει την κεραία της τηλεόρασης προς την Κέρκυρα, κάτι που ακόμα απαγορευόταν στην Αλβανία. Άκουσε την είδηση στην τηλεόραση. Είπαν το όνομα του Κώστα, γιατί ο φίλος του είχε καταφέρει να συνέλθει, είχε δώσει τα στοιχεία του, και αναζητούσαν συγγενείς στην Ελλάδα για να παραδώσουν τη σορό του. Αυτομάτως είχε κηρυχθεί λιποτάκτης από τις αλβανικές αρχές που δεν επέτρεπαν να επιστραφεί η σορός για να ταφεί στην Αλβανία. Με πολλές προσπάθειες δόθηκε στις 31 Δεκεμβρίου, πέντε μέρες αργότερα και η επόμενη χρονιά ξεκίνησε με την κηδεία του Κώστα, και την κηδεία της ζωής που ονειρευόταν.


Η μητέρα μου όταν το έμαθε, τρόμαξε τόσο που δεν ήθελε να φύγει πια. Όμως ο πατέρας μου ήταν αποφασισμένος. Στις 5 Ιανουαρίου του 1990, ξύπνησε, ήπιε τον καφέ του, μου χτένισε τα μαλλιά, φίλησε τη μάνα μου, και της είπε ότι θα πάει για δουλειά. Δεν γύρισε όμως την ώρα που έπρεπε. Η μητέρα μου με πήρε, με έντυσε καλά, και πήγε να τον περιμένει στη στάση του λεωφορείου μέχρι το βράδυ. Μάταια. Την επόμενη μέρα πήγε στη δουλειά του, της είπαν ότι δεν εμφανίστηκε και πίστεψε πως μας παράτησε. Λίγες μέρες αργότερα της ανακοίνωσαν πως κι αυτός πλέον θεωρείται λιποτάκτης.
Πέρασαν 12 μέρες, και ένα ξημέρωμα χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο μπαμπάς μου. Της είπε ΄΄βρήκα τρόπο να πάμε στην Ελλάδα, θα πάμε απ’ τα βουνά. Ετοίμασε το παιδί και πάμε΄΄. Μας πήγε ένα φορτηγό μέχρι ένα σημείο κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, -γιατί και τότε υπήρχαν διακινητές και όσο υπάρχουν σύνορα, θα συνεχίσουν να υπάρχουν και διακινητές- και μετά περπάτησαν μέσα στα βουνά και το χιόνι μέχρι τη Θεσπρωτία. Μαζί τους είχαν δυο αλλαξιές για μένα, κάτι να με ταΐσουν στη διαδρομή, νερό να μη διψάσω, και δυο ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά μου.


Παγκόσμια ημέρα μετανάστη σήμερα. Παγκόσμια ημέρα θλίψης για μένα, γιατί 32 χρόνια αργότερα από την ημέρα που έφτασα σ’ αυτή τη χώρα, τίποτα δεν άλλαξε σ’ αυτό τον κόσμο, γιατί η Μεσόγειος έγινε ακόμη μεγαλύτερος τάφος για όσους και όσες αναζήτησαν ένα καλύτερο αύριο, γιατί πολλών 19χρονων παιδιών δεν άντεξε η καρδιά τους το κρύο και την ταλαιπωρία της διαδρομής, γιατί ακόμη ξεριζώνονται άνθρωποι από τον τόπο τους κουβαλώντας 2 φωτογραφίες και μια αλλαξιά για τα μωρά τους, γιατί συνειδητοποιώ πως από έναν απλό συνδυασμό συγκυριών έφτασα τα 33 μου χρόνια κι εγώ και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι.
Τα χρόνια πέρασαν και δεν είμαι πια ΄΄παράνομη΄΄, αλλά κάπως, κάθε φορά που βρίσκομαι στα σύνορα κάποιας χώρας, πάντα σκέφτομαι τα οικογενειακά τραπέζια των μεταναστών και των προσφύγων, εκεί που υπάρχει μια ή και πολλές άδειες θέσεις για τους νεκρούς τους. Πάντα τα σύνορα θα μου θυμίζουν θάνατο.

Related Articles

Back to top button