ΑΠΟΨΕΙΣ

«Κύπρου Κυπριανός: Ο Ποιμήν ο Καλός»

Γράφει ο Πέτρος Πιτσιάκκας, Φιλόλογος – M.Ed.

Στα πλαίσια του εορτασμού των διακοσίων χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, η Ιερή Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά εξέδωσε το βιβλίο «Κύπρου Κυπριανός: Ο ποιμήν ο Καλός», το οποίο είναι μια ιστορικολογοτεχνική παρουσίαση του βίου του μακαρίου και αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού. Το πόνημα αυτό αποτελεί το απόσταγμα πολύχρονης έρευνας των πατέρων της Ιερής Μονής Μαχαιρά και χωρίζεται σε δύο μέρη. 

Στο Μέρος Α΄ παρουσιάζεται ο βίος του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Στο Μέρος Β΄ παρουσιάζονται επιστημονικές μελέτες του Ηγουμένου της Μονής Μαχαιρά Επισκόπου ΛήδραςΕπιφανίου, αναφερόμενες στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό,οι οποίες παρουσιάστηκαν σε συνέδρια, σε ημερίδες, σε συμπόσια, ή δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, σε ιστοσελίδες, σε επιστημονικούς ή σε επετειακούς τόμους. Μέσα από τις σελίδες του πονήματος της Μονής Μαχαιρά, ο αναγνώστης μπορεί να γνωρίσει και να κατανοήσει την προσωπικότητα, το χαρακτήρα, το ήθος, τις πνευματικές και διοικητικές ικανότητες του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, αλλά και το μεγαλείο της μαρτυρικής του θυσίας, στις 9 Ιουλίου 1821.

Γεννιέται στη Λευκωσία (Στρόβολο) το 1756. Εισέρχεται στη Μονή Μαχαιρά, και σε ηλικία 13 ετών, συνοδευόμενος από τον ηγούμενο της Μονής Ιωαννίκιο και με την έγκριση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρύσανθου, εγγράφεται στο Ελληνομουσείο Λευκωσίας, ένα τριτάξιο σχολείο για μελλοντικούς κληρικούς. Σε ηλικία 27 ετών χειροτονείται διάκονος, από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Με την παρότρυνση του ηγουμένου της Μονής μεταβαίνει στη Μονή Βατοπαιδίου, στο Άγιο Όρος, και από εκεί στη Μολδοβλαχία, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, για τις ανάγκες της Μονής Μαχαιρά. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Μολδοβλαχία, διαμένει σε ένα από τα  Μετόχια της Μονής Βατοπαιδίου (στη Μολδοβλαχία, η Μονή Βατοπαιδίου διέθετε εννέα μοναστηριακά συγκροτήματα και 25 σκήτες, όλα μετόχια της Μονής). Όταν ο Κυπριανός έγινε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, η Μονή Βατοπαιδίου, λόγω οικονομικών προβλημάτων, ζήτησε τη βοήθεια του. Με επιστολή του ενημερώνει ότι δεν μπορεί να βοηθήσει οικονομικά τη Μονή, υπόσχεται όμως να συντρέχει τον εκπρόσωπο της κυρ Διονύσιο Βατοπαιδινό, όπου και όπως μπορεί. 

Κατά την παραμονή του στη Μολδοβλαχία, εγγράφεται στην Αυθεντική Ακαδημία του Ιασίου, με τη βοήθεια του ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσου, για να μελετήσει και τη θύραθεν παιδεία. Η μελέτη και η έμπρακτη εφαρμογή των βιβλίων, όπως φαίνεται και από την προσωπική του βιβλιοθήκη,  στην οποία βρίσκουμε βιβλία μουσικά, λειτουργικά και πατερικά, υπήρξε μία από τις πηγές της ευλάβειας και της έμπνευσης του, για την πρόσκτηση της αρετής της αγάπης, που τον οδήγησαν στο μαρτύριο του θανάτου. Κατά την παραμονή του στο Ιάσιο, προάγεται στο δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης και χειροθετείται σε πνευματικό. Το 1802 επιστρέφει στην Κύπρο, όπου παραμένει στη Λάρνακα,αδυνατώντας να αναχωρήσει και πάλι για τη Μολδοβλαχία, λόγω της επιδημίας της πανώλης. Εξαιτίας της πανώλης, δεν μπόρεσε να εκτελέσει και την αρχιεπισκοπική εντολή να αναλάβει ως οικονόμος του Μετοχίου της Μονής Μαχαιρά στο Φιλάνι. Το 1804 παρεμβαίνει και ειρηνεύει τους  Τούρκους, οι οποίοιστασίασαν, λόγω της φορολογίας, εναντίον του δραγομάνου Κορνέσιου Χατζηγεωργάκη και κατ’ επέκταση του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου. Μένει στο πλευρό του γηραιού Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, ο οποίος του αναθέτει σημαντικές ευθύνες και δύσκολες αποστολές, αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του. 

Το Μάιο του 1810 εξορίζονται, με απόφαση του σουλτάνου,ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και ο Μητροπολίτης Κιτίου Χρύσανθος, με την κατηγορία ότι διέδιδαν πως στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο η Ρωσία, σε συνεργασία με την Αγγλία, θα νικούσε την Τουρκία και θα ελευθέρωναν την Κύπρο. Με σουλτανική απόφαση, το 1810, ο Κυπριανός προκρίνεται για την πλήρωση του αρχιεπισκοπικού θρόνου, ο οποίος ήταν κενός, μετά την εξορία του Αρχιεπισκόπου. Ο Πατριάρχης δίνει άδεια για τη χειροτονία του. Ο ίδιος όμως ο Κυπριανός δεν βιάζεται να αναρριχηθεί στο θρόνο. Αυτό γίνεται, μετά από το θάνατο του γηραιού Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου. 

Μία από τις πρώτες ενέργειες του Κυπριανού, ως αρχιεπίσκοπος, ήταν η ίδρυση σχολείου ελληνικών γραμμάτων(Ελληνική Σχολή, το σημερινό Παγκύπριο Γυμνάσιο), σε γη της Μονής Μαχαιρά, ανατολικά του καθεδρικού ναού της Αρχιεπισκοπής,  για να διδάσκονται οι νέοι «την πάτριον πίστιν», με στόχο «τη διάσωση του Ρωμιού, του ορθόδοξου ενχριστοποιημένου Έλληνα». Παράλληλα, για την καλύτερη ποιμαντική οργάνωση, περιοδεύει σε όλο το νησί, λειτουργώντας, χειροτονώντας και διδάσκοντας. Με εγκυκλίους προτρέπει το ποίμνιο του, το παρηγορεί, το συμβουλεύει και το κατευθύνει. Χαρακτηριστική είναι η ποιμαντική εγκύκλιος κατά Φαρμασώνων(Μασόνων) στις 2 Φεβρουαρίου 1815, γιορτή της Υπαπαντής του Χριστού, η οποία αποτελεί ένα πνευματικό εγερτήριο του λαού και μια πνευματική παραγγελία, για την προσωπική πορεία κάθε λογικού προβάτου του ποιμνίου του Χριστού. Έγνοια του η σωματική και η πνευματική υγεία του ποιμνίου του. Μυείται στη Φιλική Εταιρεία και υποστηρίζει την επανάσταση με την προσφορά χρημάτων και τροφίμων. 

Αποκορύφωμα της προσφοράς του η θυσία του, την 9ηΙουλίου 1821. Οι Τούρκοι, στην κληρικολαϊκή συνέλευση που συγκάλεσαν στη Λευκωσία, κάλεσαν τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό,  όπως διηγείται ο Άγγλος περιηγητής John Carne, να ασπαστεί το μωαμεθανισμό και να του χαρίσουν τη ζωή. O αρχιεπίσκοπος δείχνοντας την άσπρη γενειάδα του απάντησε: «Υπηρέτησα τον Ύψιστο ως επίσκοπος του ποιμνίου τούτου επί 50 έτη, δεν μπορώ να φανώ αγνώμων και να αρνηθώ το όνομα αυτού». Ζήτησε λίγο χρόνο να προσευχηθεί, έκανε το σταυρό του και αναφώνησε: «Τέκνα σας έδωκα παράδειγμα». Μέχρι να τελειώσει οι Τούρκοι είχαν αποκεφαλίσει τους μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθο, Κιτίου Μελέτιο και Κυρηνείας Λαυρέντιο. Στη συνέχεια εκτέλεσαν και τον ίδιο διά απαγχονισμού. 

Η θυσία του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού οδήγησε στη δημιουργία ποιημάτων, με τα οποία, όπως τονίζει ο ηγούμενος Μαχαιρά, αποδίδεται η αγιότητα του. Κορυφαία δημιουργία, που αποτελεί βασική πηγή για τα γεγονότα της 9ης Ιουλίου 1821, ήταν το ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη «Η 9η Ιουλίου εν Λευκωσία (Κύπρου)» για τη συγγραφή του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ιστορικές πηγές, προφορικές και λογοτεχνικές. Με τη θυσία του οΚυπριανός διέσωσε την αξιοπρέπεια της Ρωμιοσύνης, της ελληνορθόδοξης ταυτότητας των Κυπρίων. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του, απευθυνόμενα, προς τον τούρκο διοικητή Κιουτσούκ Μεχμέτ, όταν ο τελευταίος ανακοίνωσε την καταδικαστική του απόφαση: «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψη, κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή όντας ο κόσμος λείψη».  

Η προσωπικότητα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού διακρίνεται για την υπακοή της, από την οποία γεννιέται η προσευχή και από την προσευχή η ταπείνωση. Διακρίνεται για την ακτημοσύνη της, από την οποία γεννιέται η ελευθερία του πνεύματος. Τέλος, διακρίνεται για την παρθενία της, από την οποία γεννιέται η σωφροσύνη και η καθαρότητα του νου που συνεπάγεται τη σύνεση, τη διορατικότητα και τη διακριτικότητα. Όσον αφορά τη δογματική συνείδηση, η οποία αφορά τη σχέση του κάθε ανθρώπου με το Θεό και τον πλησίον του και είναι η εσωτερική και αθέατη απόφαση της καρδίας, αλλά και το εκκλησιαστικό ήθος, το οποίο αφορά την εκκλησιοποίηση του ανθρώπου, σε σχέση με το Θεό και τον πλησίον του και είναι η εξωτερική έκφανση της απόφασης της καρδίας, στον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό εντοπίζονται στην ιδρυτική πράξη της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας (του μετέπειτα ΠαγκυπρίουΓυμνασίου), στην οποία αναφέρει «διά να διδάσκονται οι παίδεςτης πολιτείας….την πάτριον πίστιν αυτών, το μόνο προτιμότατονκαι αναγκαιότατον και να εκπαιδεύονται εν ταυτώ και ήθη χρηστά». Ο Κυπριανός ακολουθεί το δρόμο των προγενέστερων αυτού ηρώων της πίστεως και της πατρίδας και τους μιμείται επάξια, επισφραγίζοντας δια του αίματος και του μαρτυρίου του την απόφαση της καρδίας του.

Ο Κύπρου Κυπριανός έχει γαλουχηθεί στα πνευματικά νάματα της ορθόδοξης πίστης και πνευματικότητας. Μέσα του ενυπάρχει ο πόθος της αναβίωσης της Ρωμιοσύνης, όπως μαρτυρά ο μαρτυρικός του θάνατος «υπέρ πίστεως και πατρίδος» και όπως περιγράφεται σε επιστολή του Πατριάρχη Ιερεμία Δ΄ (27/9/1810),προς τον Αρχιεπίσκοπο Σιναίου Κωνστάντιο, μετέπειτα Πατριάρχη, με την οποία του ζητά να μιλήσει στον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό «περί του ανήκοντος ημίν» και να τον «ευαισθητοποιήσει πρεπόντος». Στην ίδια επιστολή ο Πατριάρχηςεκφράζει την εμπιστοσύνη του στον Κυπριανό, αναγνωρίζει την ικανότητα του και αναφέρει ότι έχει τους ίδιους πόθους και επιθυμίες, ώστε να βοηθήσει στην επίτευξη του ποθούμενου, δηλαδή την αναβίωση της Ρωμιοσύνης, με συντονιστή τον πατριάρχη. Μυείται στη Φιλική Εταιρεία και προσφέρει στον Αγώνα όσα υποσχέθηκε. Ταυτόχρονα, με την προσωπική του θυσία, ασφάλισε το γένος του στην πίστη του Χριστού, έγινε πρότυπο προς μίμηση και διαιώνισε διαχρονικά στο λαό το ρωμαίικο του ήθος. Χαρακτηρίζεται ως «καλός ποιμήν». Στο πρόσωπο του, στο ποιμαντικό του έργο και στην πατερική του μέριμνα, οι υπόδουλοι Έλληνες της Κύπρου έβλεπαν τον ανιδιοτελή ποιμενάρχη, το στοργικό τους πατέρα και, προπάντων,τον γνήσιο ορθόδοξο Έλληνα χριστιανό, που μαρτύρησε για το Χριστό. Το μαρτύριο και η μαρτυρία του Κυπριανού έσπασαν το φράγμα του χώρου και του χρόνου και μεταλαμπαδεύονται, από γενιά σε γενιά, σε όλο τον ελληνισμό. Η πορεία της ζωής του και προπάντων ο θάνατος του τον αναδεικνύουν σε καλό ποιμένα.

Κατά τη διάρκεια της Αρχιεπισκοπικής του διακονίας έχει ιδιαίτερη σχέση με τη Μονή Κύκκου την οποία στηρίζει, νουθετεί και είναι παρών στη ζωή της προσβλέποντας και επιθυμώντας την πνευματική προκοπή των πατέρων. Επισκέπτεται συχνά τη Μονή, φιλοξενείται σ’ αυτήν, χειροτονεί διάκονο και πρεσβύτερο (1818) καθώς και το νέο ηγούμενο Ιωσήφ (Φεβρουάριος 1819). Μετά το θάνατο του ηγουμένου της Μονής Κύκκου Μελετίου Β΄, το 1811, ο Αρχιεπίσκοπος, με επιστολή που αποστέλλει στους μοναχούς της Μονής, στις 10 Ιανουαρίου 1812, προτείνει, για τη θέση του ηγουμένου, την εκλογή του πανοσιολογιότατου ιερομόναχου  οικονόμου Παρθενίου. Ωστόσο, σε αρχείο της Μονής, με ημερομηνία 7 Ιουνίου 1812, ως ηγούμενος υπογράφει ο Μελέτιος Γ΄. Υπάρχει λοιπόν θέμα για το ποιος ήταν ηγούμενος στη Μονή Κύκκου, την περίοδο 1812-1819, ο Παρθένιος ή ο Μελέτιος; Από την έρευνα εξάγεται το συμπέρασμα ότι τυπικά ηγούμενος της Μονής ήταν ο Μελέτιος Γ΄, ο οποίος σύμφωνα με το τυπικό της εκκλησιαστικής παράδοσης στην Κύπρο, ενθρονίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, στην πράξη, όμως, χρέη ηγουμένου εκτελούσε ο Παρθένιος.

Ένα από τα θέματα που εξετάζονται στο πόνημα «Κύπρου Κυπριανός: Ο Ποιμήν ο Καλός» είναι ο έλεγχος αμφίβολων σημείων ή αρνητικών θέσεων σχετικά με το βίο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Ένα από αυτά είναι ότι ο Κυπριανός,ως αρχιεπίσκοπος, ενεργούσε σαν ένας μικρός σουλτάνος και η εκκλησία, ως φορολογική αρχή, αφαίμασσε οικονομικά τους ανθρώπους. Ωστόσο, μετά τη θανάτωση του δεν βρέθηκε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του, γεγονός που αποδεικνύει το αστήρικτο της κατηγορίας. Επίσης, κατηγορήθηκε ότι η μετάβαση του στο Μετόχι του Κύκκου, στη Λευκωσία, το 1804 έγινε γιατί εποφθαλμιούσε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ωστόσο, την περίοδο εκείνη ο ίδιος έμενε στη Λάρνακα και μετέβη στη Λευκωσία, όταν οι Τούρκοι στασίασαν εναντίον του δραγομάνου ΚορνέσιοΧατζηγεωργάκη και κατ’ επέκταση του αρχιεπισκόπουΧρύσανθου, ως μεσολαβητής. Με τις ενέργειες του διέσωσε την κατάσταση, αναγνωριζόμενος ως φύλακας άγγελος της κοινότητας του, όπως αναφέρει ο Ισπανός περιηγητής Αλή Μπέης το 1806. Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, μετά από αυτά τα γεγονότα, τον εμπιστεύεται και του αναθέτει δύσκολες αποστολές, αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του και αποκαλώντας τον«ημέτερον οικονόμο». 

Μια άλλη κατηγορία που του προσάπτουν είναι ότι ευθύνεται για την έξωση και εξορία του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου το 1810. Η κατηγορία αυτή είναι άδικη και δημιουργήθηκε λόγω της έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης, ή λανθασμένων ερμηνειών ή αδιασταύρωτων προφορικών στοιχείων, τα οποία παρείσφρησαν μέσα στις αυθεντικές ιστορικές πηγές. Ο ίδιος ο λαός δεν υιοθέτησε αυτή την κατηγορία, αφού δεν ξεσηκώθηκε εναντίον του Κυπριανού, όταν έγινε αρχιεπίσκοπος, όπως έκανε σε άλλες περιπτώσεις. Αντίθετα, μετά την εξορία του Χρύσανθου, με επιστολή τους, οι πιστοί ζήτησαν από τον Πατριάρχη να χειροτονηθεί αρχιεπίσκοπος ο Κυπριανός. Ωστόσο, παρά την άδεια του πατριάρχη, η χειροτονία του Κυπριανού έλαβε χώρα μετά το θάνατο του Χρύσανθου, λόγω πιθανής διστακτικότητας και καθυστέρησης του ίδιου του Κυπριανού. 

Τέλος, κατηγορήθηκε γιατί δεν ενέταξε ενεργά την Κύπρο στην ελληνική επανάσταση. Η απόφαση αυτή όμως ήταν αποτέλεσμα σύνεσης και με τη σύμφωνη γνώμη της Φιλικής Εταιρείας, λόγω της γεωγραφικής θέσης της Κύπρου, της εύκολης και γρήγορης μεταφοράς στρατευμάτων, από την Τουρκία, και προκειμένου να διασωθεί ο ελληνισμός του νησιού, από την τούρκικη  βαρβαρότητα. Εξάλλου, ο ίδιος ο Κυπριανός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818, από «ανώτερο κληρικό» (μάλλον τον Παπαφλέσα), όπως αναφέρουν οι πηγές, και υποσχέθηκε βοήθεια υλική, την οποία παρέλαβε το Φεβρουάριο – Μάρτιο ο Κανάρης, σύμφωνα με τον Κηπιάδη ή ο Μιαούλης, σύμφωνα με νεότερες μελέτες.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, σύμφωνα με τον Καθηγούμενο της Μονής Μαχαιρά Επιφάνιο είναι ιερομάρτυρας – μεγαλομάρτυρας και όχι εθνομάρτυρας, όπως χαρακτηρίζεται σήμερα. Εθνομάρτυρας καλείται ο ήρωας που έπεσε μαχόμενος στο πεδίο της μάχης, που μαρτύρησε για την πατρίδα, το έθνος. Ο Κυπριανός μαρτύρησε υπέρ της πίστεως και υπέρ του ποιμνίου του, γι’ αυτό και είναι ιερομάρτυρας. Είναι μεγαλομάρτυρας γιατί, ενώ είχε τη δυνατότητα να φύγει και να σώσει τη ζωή του το απέρριψε, πορευόμενος συνειδητά και με τη θέληση του στο δρόμο της θυσίας, προνοώντας ταυτόχρονα για τη διαφύλαξη του ποιμνίου του, βιολογικά και πνευματικά. Η σύζευξη της μαρτυρικής του θυσίας και του πόθου της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, οδήγησαν στο να χαρακτηριστεί «εθνομάρτυρας». 

Η Εκκλησίας της Κύπρου, κατά το 1821, και όχι μόνο,προσφέρει την εκατόμβη των αγίων μαρτύρων και ομολογητών με προεξάρχοντα τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό, του οποίου η θυσία ήταν μελέτη ζωής, απόφαση καρδίας έκσταση αγάπης Θεού. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, με τη θυσία του, διασφάλισε τη διαιώνιση της γνήσιας ταυτότητας των Ελλήνων της Κύπρου, της Ρωμιοσύνης. 

Ναύπακτος 2/1/2022

Related Articles

Back to top button