ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Κεντροαριστερά στην Ευρώπη, το φαινόμενο Μακρόν και η Ελληνική περίπτωση

Ένα απολύτως Ελληνικό φαινόμενο τόσο στην πολιτική όσο και αλλού είναι η αδυναμία συννενόησης γενικά λόγω μιας εκτεταμένης σύγχυσης εννοιών και λέξεων. Στον δημόσιο διάλογο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται πολύ συχνά λέξεις όπως η «κεντροαριστερά», ο «νεοφιλελευθερισμός», η «σοσιαλδημοκρατία», κ. α.,  οι οποίες όμως έχουν διαφορετική σημασία όχι μόνο για τον κάθε ένα πολίτη αλλά ακόμα και για γνωστούς και έμπειρους πολιτικούς.

Γράφει για το npress.gr ο Νικόλαος Ζαφειρόπουλος

Αν κανείς θελήσει να απαντήσει στο τι ακριβώς είναι η κεντροαριστερά, σε ποιους απευθύνεται και τι πρεσβεύει, θα πρέπει πρώτα να ορίσει με σαφήνεια τις έννοιες. Η κεντροαριστερά ιστορικά αποτελεί Ευρωπαϊκή πολιτική συνεισφορά. Στις αρχές του 20ου αιώνα η κατάρρευση των φιλελεύθερων κομμάτων στην Ευρώπη συνδυασμένη με τη δημιουργία  κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων δημιούργησε ένα σημαντικό κενό στο χώρο του μετριοπαθούς πολιτικού φάσματος λόγω του έντονου ανταγωνισμού μεταξύ της παραδοσιακής συντηρητικής δεξιάς και της νεόκοπης επαναστατικής αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη κόμματα και κινήματα όπως η σοσιαλδημοκρατία, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός. Σε αντίθεση με την άκρα αριστερά, η κεντροαριστερά δεν δέχτηκε ποτέ την αντίληψη πως η ισότητα εισοδήματος και ο ισομερής καταμερισμός πλούτου είναι εφικτοί στόχοι, αλλά υποστήριξε πως οι ίσες ευκαρίες οδηγούν σε κλείσιμο της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών δίχως όμως την πλήρη εξάλειψη αυτού του χάσματος.

Η κεντροαριστερά υποστήριξε και υποστηρίζει την κοινωνική δικαιοσύνη δίχως δια της βίας αλλαγή των υπαρχόντων πολιτικών συστημάτων, την κοινωνική ισότητα μέσω της ενίσχυσης και της δημιουργίας ίσων ευκαριών για όλους του πολίτες, τη μεικτή οικονομία με δημόσιο έλεγχο ή με δημόσια χρηματοδότηση ιδιωτικών φορέων για την εκπαίδευση και την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση με σαφή στόχο την αντιμετώπιση της φτώχειας και την παροχή εξασφάλισης όλων των πολιτών από την απώλεια εισοδήματος λόγω ασθένειας, ανεργίας ή συνταξιοδότησης, την ύπαρξη κρατικών δομών για την προστασία του εργατικού δυναμικού, των καταναλωτών και του υγιούς ανταγωνισμού.

Από την ιστορική διαδρομή της πολιτικής κυριαρχίας της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη μεταξύ 1950-1980 μέχρι σήμερα έχουν επέλθει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Οι δύο κυριότερες εξ αυτών είναι η σε μεγάλο βαθμό εξάλειψη της φτώχειας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο με τη δημιουργία μιας σημαντικής σε μέγεθος μεσαίας τάξης καθώς και η γήρανση του πληθυσμού. Αυτοί οι δύο παράγοντες οδήγησαν πανευρωπαϊκά σε μια πολιτική στροφή των εκλογικών σωμάτων προς περισσότερο συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες λύσεις κυρίως μεταξύ 1980 – 2000. Οι κύριοι εκφραστές της Ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς (οι Βρετανοί Εργατικοί, οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες και οι Γάλλοι Σοσιαλιστές) εκ των πραγμάτων αναγκάστηκαν να προβούν σε έναν εκσυγχρονισμό των προγραμμάτων τους στοχεύοντας στη μεσαία τάξη και εγκαταλείποντας την ολοένα και περισσότερο συρρικνούμενη παραδοσιακή εκλογική τους βάση. Οι βασικοί εκφραστές αυτής της στροφής ήταν κυρίως ο Τόνυ Μπλαιρ στην Μεγ. Βρετανία και συνακόλουθα οι Σρέντερ και Ολάντ σε Γερμανία και Γαλλία.

Η οικονομική κρίση του 2007

Με την έλευση  της οικονομικής κρίσης το 2007 σε συνδυασμό με την έξαρση του μεταναστευτικού προβλήματος και του ισλαμικού φονταμεταλισμού, η κεντροαριστερά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο στάθηκε συνολικά ανήμπορη να εκφράσει μια νέα και ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση με αποτελέσμα να συρρικνωθεί η επιρροή της στα εκλογικά σώματα, ενώ σε κάποιες χώρες όπως η Ελλάδα, η Ουγγαρία και η Ολλανδία πρακτικά κατέρρευσε πλήρως. Επιπλέον, η σημαντική γήρανση του πληθυσμού και σε αρκετές περιπτώσεις η κατάχρηση των κοινωνικών παροχών άσκησε περαιτέρω πίεση (λόγω και της γενικής κακής οικονομικής κατάστασης) στη μεσαία τάξη η οποία βρέθηκε να νοιώθει παγιδευμένη σε μια ατέρμονη και συνεχώς μεγενθύνουσα φορολογία δίχως εμφανές ανταποδοτικό αντίκρυσμα. Αποτέλεσμα όλων αυτών των παραγόντων ήταν η απομάκρυνση των πολιτών από τα κόμματα της μετριοπάθειας προς ακραίες ή/και λαϊκιστικές λύσεις με μόνη επιβιώσασα τη συντηρητική δεξιά η οποία κλυδωνίζεται αλλά δεν φαίνεται να βυθίζεται ακόμα. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η οικονομική κρίση επανέφερε σε αρκετές χώρες μια διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών δημιουργώντας μια καινούργια γενιά ανέργων κυρίως στις νεότερες ηλικίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Ευρωπαϊκή κεντροαριστερά κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ακόμα σημαντικό πρόβλημα. Το στελεχειακό δυναμικό της σε επίπεδο κομματικών μελών παρέμεινε στην πλειονότητά του με ισχυρό τρόπο νοσταλγικά δεμένο σε παρελθούσες ρομαντικές εποχές και αντιλήψεις, οι οποίες σήμερα εκ των εκλογικών αποτελεσμάτων αποδείχθηκαν και αποδεικνύονται ξεπερασμένες. Αυτό το εναπομείναν κομματικό δυναμικό δεν κατόρθωσε ποτέ να αποδεχθεί τον «τρίτο δρόμο» και τη στροφή σε πολιτικές που θεωρούσε ipso facto «νεοφιλελεύθερες» και οι οποίες όμως κατέστησαν τα κεντροαριστερά κόμματα ελκυστικά στην πλειονότητα των εκλογικών σωμάτων οδηγώντας τα στην εξουσία. Η πτώση της εκλογικής επιρροής της κεντροαριστεράς στα χρόνια της οικονομικής κρίσης έδωσε την ευκαιρία σε στελέχη όπως οι Κόρμπυν, Αμόν, και Σάντσεθ να αναδειχθούν ως αρχηγοί και υποψήφιοι με ευρεία κομματική αποδοχή, σηματοδοτώντας μια στροφή στο ένδοξο παρελθόν η οποία όμως οδήγησε και οδηγεί σε περεταίρω συρρίκνωση της εκλογικής επιρροής της κεντροαριστεράς.

Το φαινόμενο Μακρόν και η Ελληνική περίπτωση

Σε αυτές τις συνθήκες προέκυψε το φαινόμενο Μακρόν στη Γαλλία. Ο Μακρόν κλασσικός εκπρόσωπος του «τρίτου δρόμου», στέλεχος των Γάλλων Σοσιαλιστών με προϋπηρεσία ως ανώτερος δημόσιος υπάλληλος και τραπεζικό στέλεχος, ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών κατά την προεδρία Ολάντ. Με πολιτικό αισθητήριο που αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος ορθό, «διάβασε» την πολιτική κατάσταση στη Γαλλία, την πλήρη πολιτική αναντιστοιχία κομματικών μελών και ψηφοφόρων, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια εσωκομματική εκλογή στο Σοσιαλιστικό κόμμα στην οποία θα ήταν σίγουρα χαμένος, και κατέβηκε ως ανεξάρτητος υποψήφιος Πρόεδρος. Η συνταγή Μακρόν πέτυχε σε συνδυασμό με πολλούς παράγοντες όπως το εκλογικό σύστημα στη Γαλλία που προβλέπει 2 γύρους και απόλυτη πλειοψηφία, αλλά και την κακή επιλογή του υποψηφίου της Γαλλικής δεξιάς. Η συμβολή του Γαλλικού εκλογικού συστήματος υπήρξε καθοριστική για την επικράτηση Μακρόν αλλά σε χώρες με διαφορετικά εκλογικά συστήματα όπως η Γερμανία της απλής αναλογικής, ή η Βρετανία δεν θα ήταν σχεδόν καθόλου πιθανή, δίχως τη βοήθεια ενός προϋπάρχοντος κομματικού φορέα με οργανωμένη δομή και μεγάλο αριθμό στελεχών και υποψηφίων βουλευτών.

Στην  περίπτωση της Ελλάδος η πορεία της κεντροαριστεράς ακολούθησε ως ένα βαθμό την αντίστοιχη πορεία της Ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Η απότομη μετάβαση από μια κατάσταση σχετικής ευμάρειας στη χρεοκοπία και την ασφυκτική επιτροπεία των δανειστών, χρεώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο κόμμα στου οποίου η βόμβα έσκασε στα χέρια. Ως αποτέλεσμα, η εκλογική επιρροή της κεντροαριστεράς εξανεμίστηκε, ο κυρίαρχος κομματικός φορέας της συρρικνώθηκε και ταυτόχρονα πολλοί μικρότεροι κομματικοί σχηματισμοί δημιουργήθηκαν. Επιπρόσθετα, η στροφή της Ελληνικής αριστεράς προς μια κατεύθυνση κυβερνητικού κυνικού ρεαλισμού και η στροφή της Ελληνικής δεξιάς προς το κέντρο, σε έναν βαθμό έχουν δημιουργήσει ακόμα περισσότερη συμπίεση στο εκλογικό κοινό της Ελληνικής κεντροαριστεράς το οποίο πλέον ταλαντεύεται μεταξύ μιας παραδοσιακής αποστροφής προς την συντηρητική δεξιά και μιας νεοδημιουργηθείσας έντονης αντιπάθειας προς την λαϊκίζουσα αριστερά.

Το ερώτημα που απασχολεί σήμερα την Ελληνική κεντροαριστερά είναι προφανώς η αναγέννησή της, και η πρόσφατη επιτυχία του Μακρόν έφερε στο προσκήνιο της συζήτησης και την αναγκαιότητα αναζήτησης ενός αντίστοιχου Έλληνα πολιτικού. Στην Ελλάδα σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να βρει αρκετές περιπτώσεις Μακρόν σε μικρότερη κλίμακα  σε μεγάλους αστικούς δήμους (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ιωάννινα). Σε αυτές τις περιπτώσεις, ανεξάρτητοι κομματικά υποψήφιοι που βρίσκονται στο χώρο της κεντροαριστεράς, κατόρθωσαν να επικρατήσουν εκλογικά έναντι κομματικών υποψηφίων τόσο της δεξιάς, όσο και της αριστεράς. Σε αυτές όμως τις περιπτώσεις σημαντικό ρόλο έπαιξε (όπως και στη Γαλλία) το εκλογικό σύστημα με την απαίτηση της απόλυτης πλειοψηφίας και την ύπαρξη δύο γύρων. Σε αντίθεση, οι Ελληνικές εθνικές εκλογές δεν διεξάγονται με αυτό το σύστημα, αλλά με ενισχυμένη αναλογική. Σε αυτό το πλαίσιο, η κάθοδος ενός ανεξάρτητου υποψηφίου τύπου Μακρόν (π.χ. Καμίνης, κλπ) δεν θα έχει καμία απολύτως τύχη, διότι οι εθνικές εκλογές απαιτούν την ύπαρξη μεγάλου αριθμού υποψηφίων βουλευτών, την ύπαρξη μεγάλου αριθμού στελεχών και οικονομικές δυνατότητες που μόνο οργανωμένα κόμματα μπορούν να προσφέρουν. Ως επακόλουθο, υποψήφιοι τύπου Μακρόν οι οποίοι ούτως ή άλλως έχουν πολύ μικρή απήχηση στα υπάρχοντα κομματικά μέλη της κεντροαριστεράς για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν έχουν καμία πιθανότητα να αναδειχθούν στην ηγεσία είτε κομμάτων, είτε συνασπισμού κομμάτων.

Το τελευταίο σημαντικό ερώτημα είναι τι μέλλον μπορεί να έχει η κεντροαριστερά στην Ελλάδα. Το κυρίαρχο πρόβλημα είναι η απουσία σοβαρής, τεκμηριωμένης και διαφοροποιημένης πολιτικής πρότασης, και σε πολύ μικρότερο βαθμό τα πρόσωπα και οι ηγεσίες. Η συντηρητική δεξιά για παράδειγμα, προτάσσει το επιχείρημα της χαλάρωσης των εργασιακών σχέσεων και της μείωσης της φορολογίας ως μοχλό ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας. Η λαϊκίζουσα αριστερά, απλώς υπόσχεται καλύτερες μέρες με δημόσιες επενδύσεις από χρήματα που δεν υπάρχουν. Η κεντροαριστερά σε αυτές τις δύο προτάσεις δεν καταφέρνει να παραθέσει κάτι διαφορετικό και απλώς αρέσκεται να ανακυκλώνει συνθήματα με εύηχες λέξεις και φράσεις όπως «… με προοδευτικό πρόσημο». Εδώ έγκειται και το ουσιώδες πρόβλημα, αφού δίχως μια συγκεκριμένη διαφορετική πρόταση ουδείς ψηφοφόρος δεν πρόκειται να την εμπιστευτεί περαν των τελευταίων ρομαντικών ακολούθων της.  Αντί λοιπόν να περιμένει η κεντροαριστερά τη σωτηρία από την εμφάνιση πολιτικών όπως ο Μακρόν, ας προσπαθήσει να διαμορφώσει μια σύγχρονη πολιτική πρόταση στη βάση των ίσων ευκαιριών και κοιτάζοντας περισσότερο προς την κατεύθυνση των νέων, αντί για την επ’ άπειρον διατήρηση κεκτημένων των παλαιότερων γενεών που σήμερα είναι πλέον σχεδόν αδύνατο να διατηρηθούν. Ειδάλλως, κινδυνεύει να έχει την τύχη των πάλαι ποτέ κραταιών φιλελεύθερων κομμάτων.

Related Articles

Back to top button