ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επιλογή

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μαρίνος

Και ήρθαν λοιπόν τα πάνω κάτω

Η απρόοπτη και επώδυνη επιδείνωση της ασθένειας της Προέδρου του Κινήματος Αλλαγής Φώφης Γεννηματά άλλαξε άρδην τους όρους διεξαγωγής των εσωκομματικών εκλογών του Κινήματος Αλλαγής, που είναι προγραμματισμένες να διεξαχθούν στις 5 και 12 Δεκεμβρίου.

Η κοσμογονία των πολιτικών γεγονότων που προκύπτουν από εκείνο το μουδιασμένο βράδυ της Τρίτης 12 Οκτωβρίου μέχρι σήμερα δεν μας επιτρέπει να έχουμε πλήρη και καθαρή εικόνα για τις συνέπειες της απόσυρσης της υποψηφιότητας της Προέδρου από την κούρσα της ηγεσίας.

Μίας απόσυρσης που δεν έγινε πριν την απόφαση για την ημερομηνία των εκλογών, αλλά μετά. Μιας απόσυρσης που δεν έγινε με όρους πολιτικής παραίτησης, αλλά μεσούσης της πολιτικής μάχης. Η Φώφη Γεννηματά ήταν αποφασισμένη να δώσει κι αυτή την πολιτική μάχη και να την κερδίσει.

Η απόσυρση της Φώφης Γεννηματά άνοιξε ένα κενό, ένα ρήγμα για ολόκληρη την παράταξη, για το οποίο δεν ήταν προετοιμασμένος κανείς. Συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με επιμέρους επιλογές της Προέδρου, το Κίνημα Αλλαγής είχε μία ξεκάθαρη στρατηγική την οποία υπηρετούσε για χρόνια και συντεταγμένα.

Η 12η Οκτωβρίου 2021 αποτελεί τη τομή προς την πορεία των εσωκομματικών εκλογών. Κι αυτό πρέπει να γίνει όσο γίνεται κατανοητό. Αλλά μέχρι οι όροι με τους οποίους διεξαγόταν η συζήτηση ήταν ικανοποιητικοί; Κάλυπταν έναν δημοκράτη και προοδευτικό πολίτη που τον ενδιαφέρει το παρόν και το μέλλον της δημοκρατικής παράταξης; Κατά την προσωπική μου άποψη όχι, διότι η συζήτηση (όχι με ευθύνη της Προέδρου) περιστρεφόταν γύρω από 4 ερωτήματα περιφερειακά και όχι κεντρικά για τον αξιακό πυρήνα και την πολιτική κατεύθυνση της παράταξής μας.

Αυτά τα ερωτήματα ήταν κατά σειρά:

1ο) Να λεγόμαστε ΠΑΣΟΚ ή ΚΙΝΑΛ;

2ο) Ποιος να μας μεγαλώσει τα ποσοστά και πόσο;

3ο) Πόσο αντι-ΣΥΡΙΖΑ είμαστε;

4ο) Να συγκυβερνήσουμε με τη ΝΔ ή τον ΣΥΡΙΖΑ;

Όλα τα παραπάνω ερωτήματα ήταν ερωτήματα ετεροπροσδιορισμού, αποτυπώνοντας μία πραγματικότητα που αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τις ιστορικές ρίζες και τις πολιτικές καταβολές της παράταξής μας. Ήταν ερωτήματα που μας επέβαλλαν άλλοι και όχι εμείς στον εαυτό μας, με όρους ιδεολογικού αυτοκαθορισμού και πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Και μία εσωκομματική διαδικασία που θα αναλωνόταν στην απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων θα ήταν μία αποτυχημένη διαδικασία, με μικρή συμμετοχή και μικρά διακυβεύματα.

Ως προς το ερώτημα ΠΑΣΟΚ ή ΚΙΝΑΛ είναι ένα ερώτημα που εργαλειοποιεί τα σύμβολα και το όνομα του πλέον πετυχημένου κόμματος της Μεταπολίτευσης που άλλαξε την ελληνική κοινωνία και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Μακάρι ένα σύμβολο κι ένα αρκτικόλεξο να έδινε αυτόματα τη λύση. Αλλά δεν είναι έτσι. Σημασία δεν έχει πώς θα λέγεται η παράταξή μας. Σημασία έχει το πολιτικό παραδοτέο προς τους πολίτες που εκείνη παράγει. Το πολιτικό παραδοτέο ακολούθησαν οι δημοκράτες και οι προοδευτικοί πολίτες και με αυτό ταυτίστηκαν συναισθηματικά. Συνεπώς, η στείρα επίκληση ενός ονόματος κι ενός εμβλήματος ως πολιτικό σύνθημα και συνταγή αυτόματης επιτυχίας είναι αδιέξοδη και δεν απαντά στο πραγματικό ζητούμενο, όπως φιλοδοξούν να εξηγήσουν οι παρακάτω γραμμές.

Ως προς την μάχη των ποσοστών και το ποιος θα μας μεγαλώσει και πόσο, είναι ένα ερώτημα θολό και ποδοσφαιρικό. Η παράταξη δεν κυνηγάει κάποιου είδους πρωτάθλημα, ούτε ψάχνει κάποιον προπονητή που θα της χαρίσει νίκες και τρόπαια του ένδοξου παρελθόντος. Η παράταξη ψάχνει μία ηγεσία που θα της φορτίσει και πάλι την πείνα για πολιτική, που θα την απεγκλωβίσει από την υπαρξιακή αγωνία συντήρησης, που θα αποβάλλει το άγχος μίας αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Προφανώς και δεν είναι στο συμφέρον κανενός, ούτε και της χώρας η δημοκρατική παράταξη να είναι στο 8%. Αλλά το πώς θα μεγαλώσεις συνδέεται άμεσα και με τους ποιους θέλεις να μεγαλώσεις. Και εννοείται γιατί θέλεις να μεγαλώσεις. Για να γίνεις απλά ένα ευμεγέθες συμπλήρωμα; Για να ασκήσεις και πάλι εξουσία γιατί δεν μπορείς να υπάρχεις αλλιώς; Ή για να αλλάξεις τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, όπως εκείνο είναι διαμορφωμένο από το 2012 και έπειτα;

Ως προς το “πόσο αντι-ΣΥΡΙΖΑ” είμαστε είναι ένα κατασκευασμένο ερώτημα που ανακυκλώνεται πάνω στη βάση δημοσκοπικών ευρημάτων, τα οποία αναπαράγονται στην δημόσια συζήτηση ως αυταπόδεικτη αλήθεια πάνω στην οποία πρέπει να απαντήσει το Κίνημα Αλλαγής. Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμη μία προσφορά του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό σύστημα, όπως εκείνο διατυπώθηκε και διαμορφώθηκε την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2015 και την κυβερνητικής θητείας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και είναι ένα δώρο προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη ΝΔ που το αξιοποιήσε πλήρως για να ανέλθει στην εξουσία, ένα δώρο που τον κρατά ακόμη παρά την κυβερνητική φθορά από την διαχείριση της πανδημίας, των φυσικών καταστροφών, του κράτους και των θεσμών.

Αυτό το δώρο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ δεν πρόκειται να το χαρίσουν σε κανέναν. Και όποιος πιστεύει ότι η κατεύθυνση ενός κόμματος αποκλειστικά σε αντι-ΣΥΡΙΖΑ λογική θα έχει εκλογικά οφέλη πλανάται πλάνην οικτρά. Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ιστορικό βάθος. Είναι ένα όψιμο ανακλαστικό που προέκυψε από την τυχοδιωκτική διαχείριση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ το πρώτο εξάμηνο του 2015 και τη περίοδο 2015–2019. Είναι ένα ανακλαστικό αποδοκιμασίας πάνω σε πρακτικές και συμπεριφορές που πλήγωσαν την χώρα , είναι αποστροφή στον εκφυλισμό των θεσμών. Αλλά ένα πολιτικό ανακλαστικό δεν μπορεί να αναχθεί σε πολιτική ιδεολογία, ούτε σε πολιτική στρατηγική, τουλάχιστον για πολύ. Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ κρατά ακόμη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης σκοπεύει να το καρπωθεί μέχρι τελευταίας ρανίδος κι αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε όλοι.

Το τελευταίο ερώτημα αφορούσε το με ποιον θα συγκυβερνήσει το Κίνημα Αλλαγής, με τη ΝΔ ή τον ΣΥΡΙΖΑ; Αποτελεί επίσης ένα ερώτημα ετεροπροσδιορισμού και ερώτημα ως μη γενόμενο για δύο λόγους: Αφενός, υπάρχει ομόφωνη απόφαση Συνεδρίου του Κινήματος Αλλαγής περί αυτόνομης πορείας. Αφετέρου, το να αποτελέσει η απάντηση ενός υποθετικού ερωτήματος πυξίδα για την εκλογική διαδικασία ενός κόμματος αποτελεί έμμεση παρέμβαση στα εσωτερικά του και καταστρατήγηση της αυτονομίας του. Αλοίμονο αν κριτήριο ψήφου στις προσεχείς εσωκομματικές εκλογές είναι το με ποιον θα μοιράσει κυβερνητικά οφίτσια το Κίνημα Αλλαγής. Συνδέεται έμμεσα πάλι με μία υπαρξιακή αγωνία που μεταφράζεται στο: “αν το Κίνημα Αλλαγής δεν μπει σε κάποια κυβέρνηση, τότε δεν έχει λόγο ύπαρξης και θα εξαφανιστεί πολιτικά”.

Όλα τα παραπάνω ερωτήματα συσκότιζαν το πραγματικό διακύβευμα των εσωκομματικών εκλογών. Και το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών επιδιώκει να φέρει η υποψηφιότητα του Γιώργου Παπανδρέου. Που δεν είναι άλλο από την πολιτικοποίηση της διαδικασίας. Και μόνο η υποψία και τελικά η βεβαιότητα καθόδου του πρώην Πρωθυπουργού στην κούρσα της ηγεσίας έδωσε σε αυτές τις εσωκομματικές εκλογές την αναγκαία ορατότητα που πριν δεν είχε και δεν θα είχε, αν δεν είχαμε την υποψηφιότητα Παπανδρέου.

Όπως φάνηκε, η υποψηφιότητα αυτή τάραξε τις βολικές ισορροπίες, έβγαλε το Κίνημα Αλλαγής από την ήσυχη γωνιά του, το έθεσε στο κέντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος, εξέλιξη που αποτελεί και την πρώτη επιτυχία του πρώην Πρωθυπουργού. Και μόνο ότι 83.000 συμπολίτες μας έβαλαν την υπογραφή τους για τους υπόλοιπους ανθυποψήφιους και μόνο που 20.000 και πλέον συμπολίτες μας υπέγραψαν ηλεκτρονικά (και υπογράφουν όσο γράφονται αυτές οι γραμμές) για την υποψηφιότητα του Γιώργου Παπανδρέου δημιουργεί πράγματι τις συνθήκες για μία γιορτή της Δημοκρατίας, με τον στόχο της συμμετοχής του 2017 να μην φαντάζει πλέον άπιαστο όνειρο.

Αλλά πρωτίστως η υποψηφιότητα Παπανδρέου έβαλε και πάλι την πολιτική στο επίκεντρο, αυτό το κενό ήρθε να καλύψει και με το βάρος της πολιτικής του διαδρομής και της συνέπειάς του σε προωθητικές και νεωτερικές αξίες να αναζωογονήσει την παράταξη και να την απεγκλωβίσει από τεχνητά και απολίτικα διλήμματα. Και επιπρόσθετα να υπενθυμίσει στην παράταξη τις ιστορικές της καταβολές και τις πολιτικές της ρίζες συνδέοντάς την με τις εξελίξεις στο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι, όπως έκανε πάντα εξάλλου.

Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν έχει τίποτε να αποδείξει και σε κανέναν, ούτε επιζητά κάποιου είδους δικαίωση. Εδώ και δέκα χρόνια δικαιώνεται καθημερινά, όπως αποδείχθηκε περίτρανα από την εναλλαγή στην κυβέρνηση των δύο όψεων του αντιμνημονιακού μύθου. Δικαίωση του Γιώργου Παπανδρέου, αλλά και όλων μας, θα είναι να αποδώσει πίσω στη χώρα ένα σοβαρό, πρωτοπόρο ανοιχτό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που θα αλλάξει τους υπάρχοντες κατεστημένους συσχετισμούς. Να επανακαθορίσει έννοιες, αξίες, οράματα και ιδανικά που κονιορτοποιήθηκαν πάνω στο απολίτικο και τεχνητό δίπολο του “μνημόνιο vs αντιμνημόνιο”.

Ένα κόμμα το οποίο σταδιακά, με υπομονή και πολλή δουλειά θα αποτελέσει την εναλλακτική προοδευτική πρόταση εξουσίας. Γι αυτό και θέτει τον εαυτό του στην κρίση του κάθε δημοκράτη και προοδευτικού πολίτη, ενώ θα μπορούσε πολύ απλά να κάτσει στη γωνιά του και να εισπράττει τόκους “πολιτικού κεφαλαίου”. Ρίχνεται στη μάχη για την ψυχή της παράταξης ως συνεκτικού στοιχείου που θα ενώσει γύρω και πίσω από έναν ευγενή σκοπό: Την επιστροφή της σοσιαλδημοκρατίας και στην πατρίδα μας.

Για όσους με ξέρουν εδώ και κάποια χρόνια για μένα η επιλογή Παπανδρέου από τη στιγμή που ήρθε στο προσκήνιο ήταν αυτονόητη και συνειδητή. Και στη ζωή μου θέλω να στηρίζω πράγματα που με εκφράζουν στο 100%. Ε, και λίγο παραπάνω.

Καλό μας αγώνα σύντροφοι.

Related Articles

Back to top button