ΑΠΟΨΕΙΣ

Για τον Λευτέρη

Του Στέφανου Παραστατίδη

Πέρσι καλοκαίρι ήταν, όταν με πήρε τηλέφωνο η πρόεδρος του κόμματος Φώφη Γεννηματά και μου πρότεινε να αναλάβω Γραμματέας Οργανωτικού. Μου ‘ρθε λίγο ως κατραπακιά όλο αυτό, ως μεγάλη τιμή στο πρόσωπό μου και ως μεγάλη ευθύνη για τον χώρο μου. Άλλωστε, αυτό είναι το κόμμα μου και εφόσον επέλεξα την ενεργό κομματική συμμετοχή, θα κάνω όσα μπορώ, όπως επιτάσσει η παραταξιακή συνείδηση. Από πάντα μού άρεσε αυτή η φράση, παραταξιακή συνείδηση, όχι με την τυφλή δογματική έννοια, δεν είναι ομάδα ποδοσφαίρου, αλλά στη βάση των ιδεών.

Σεπτέμβριο ξεκίνησα, ανέβηκα στον όροφό μου, 3ος στο ιστορικό κτίριο της Χαριλάου Τρικούπη, κοίταξα με δέος κάθε γραφείο, χαιρέτησα κάθε άνθρωπο, παρουσιάστηκα. Δεν είχα συλλέξει καμία πληροφορία για κανέναν, ποιοι είναι στον όροφο ή τι καπνό φουμάρουν.

Εκείνος καθόταν σε ένα γραφείο, σιωπηλός, μικροκαμωμένος, απομονωμένος, με μακρύ ψαρό μαλλί, παχύ μουστάκι, ντύσιμο ατημέλητο. Δεν κατάλαβα καν ποιος είναι, δεν τον είχα ξαναδεί. Ήξερα μονάχα ότι υπήρχε ένας Λευτέρης Κατσικαρέλης στο ΠΑΣΟΚ, τον είχα μονάχα στο μυαλό ως θρύλο στον τομέα του οργανωτικού. Λίγες ημέρες μετά έμαθα ότι ήταν αυτός. Ένας θρύλος, μα τόσο ταπεινός, που δεν ξέρεις καν τη φάτσα του.

”Μα αυτός είναι θρύλος για τους κομματικούς, είτε είσαι μαζί του είτε απέναντι στα εσωκομματικά, τι στέκει εκεί στη γωνιά μαραζωμένος; ”, σκέφτηκα πριν τον καλέσω να έρθει στο γραφείο να τον γνωρίσω.

Έμεινε μαζί μου ούτε 5 λεπτά. Είπε τα τυπικά, να με ξεφορτωθεί, έφυγε πίσω στη θέση του. Μού έκανε τόσο πολύ από την πρώτη στιγμή. Μου άρεσε το στυλ, λιτό, μετρημένο, αυθεντικό, πολιτικό σκέτο.

Ξεκινήσαμε να μιλάμε πολιτικά, από λίγο. Πάντα καθόταν λίγο, από κάθε μέρα και λίγο. Με ρώτησε αν διαβάζω, τι μου αρέσει, τα βρήκαμε γρήγορα, αρχίσαμε να αλλάζουμε βιβλία.
Ο Λευτέρης ήταν ”πολιτικό ζώο” από τα λίγα, από τους αγαπημένους του στενού περίγυρου του Σημίτη, με αισθητήριο, άποψη, καθαρή ματιά. Όταν οι κουβέντες μας άρχισαν να ψηλαφούν το πεδίο των ιδεών, άρχισαν τα πράγματα να παίρνουν φωτιά, να γίνονται μόνα τους, να κολλάνε μεταξύ τους. Μετά άρχισε να με αναζητεί και εκείνος -βρισκόμασταν.

Μια μέρα μού είπε μονάχος του, ”Θα σε βοηθήσω σε αυτή την ιστορία, μου κάνεις”· και ξεκίνησε να το κάνει, χωρίς ποτέ να με φέρνει σε δύσκολη θέση, με τον δικό του τρόπο, με αγάπη και σεβασμό για αυτό που είμαι. Και εγώ άκουγα, μάθαινα, διότι εκεί που κάθομαι σήμερα, ως θέση, αυτός ήταν ο καλύτερος όλων.

Μετά από πολλά χρόνια βγήκε ξανά έξω, τον έπεισα με τον τρόπο μου, να βγούμε εκτός ιδρύματος, στον ήλιο. Πήγαμε παρέα στην Αιτωλοακαρνανία, τον νομό του. Τον πήρα με το αυτοκίνητο από το σπίτι, κατέβηκε με το τσαντάκι του, ήθελε πάντα έναν καφέ στο χέρι, σταματήσαμε για εφημερίδα στο περίπτερο, με ρώτησε για το αγαπημένο του τσιγάρο, αν επιτρέπεται· σιγά μην του έλεγα όχι. Δεν υπήρχαν όχι στον Λευτέρη. Από τον δρόμο πήρε τηλέφωνο τον Νίκο να κανονίσει το ξενοδοχείο, τα τακτοποιούσε όλα με 2 λέξεις.

Περάσαμε ωραία εκείνο το διήμερο, είδαμε κόσμο, συζητήσαμε, χορτάσαμε πολιτική, όσο μπορούν να χορτάσουν οι αχόρταγοι.

Ένα απόγευμα με πήρε τηλέφωνο, κοιμόμουν, ξαναπήρε. Παραξενεύτηκα. Δεν επιμένει ο Λευτέρης. Ήθελε να μου διαβάσει τις εξετάσεις του. Μόλις τις άκουσα με έπιασε αυτός ο ρημαδοφόβος. Ήξερα, κάτι συνέβαινε. Πράγματι.

Μετά το χειρουργείο πήγα μία επίσκεψη να τον δω. Χάρηκε, είπε -με δυσκολία- όσα δεν έλεγε συνήθως, μου ομολόγησε η γυναίκα του. Μα όλα πήγαιναν στράφι, το ένα κακό νέο έφερνε το άλλο, το ένα χειρουργείο το άλλο· διάολε, δεν μπορούσε να ορθοποδήσει.

Ο Λευτέρης ήταν ένας άνθρωπος που δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του, ούτε έκανε πράγματα για τον εαυτό του. Το αγαπούσε το κόμμα ίσα με τη ζωή του. Έκανε σαν μωρό παιδί στο τέλος όταν του πήγαν μια μάσκα με τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ. Ήταν ιδεολόγος, είχε παραταξιακή συνείδηση, ό,τι και αν επέλεγε να στηρίξει, δεν θα άφηνε να πληγώσει κανείς το κόμμα του, το κόμμα μας.

Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσα να μιλήσω για τον Λευτέρη. Ελάχιστα τον γνώριζα, ελάχιστα έζησα μαζί του, αλλά μού ταίριαζε ρε γαμώτο, πολύ όμως. Και επειδή ο ίδιος ήταν τόσο εσωστρεφής και τόσο ταπεινός στα θέλω του, αξίζει να μάθετε όλοι, ότι αυτός ο τύπος άξιζε τον κόπο, άξιζε όσο ελάχιστοι. Αυτός είναι ο λόγος που γράφω, να το μάθετε όλοι.

Αντίο ρε σύντροφε, ξέρω πως θα οργανώσεις τον παράδεισο τώρα, θα πάρεις χαρτί και μολύβι και θα φτιάξεις το δίκτυό σου, θα καταγράφεις αυτούς που θα έρχονται και θα τους ζυμώνεις για τις ιδέες μας. Και θα γεμίσεις με ήλιους τον παράδεισο, χωρίς να ακούγεσαι, αλλά θα το κάνεις, να είναι όλα έτοιμα σαν συναντηθούμε. Γιατί το υποσχέθηκες πως θα με βοηθήσεις. Και τον κρατάς τον λόγο σου όσο κανείς.

Related Articles

Back to top button