ΑΠΟΨΕΙΣ

Άλλο Σεφερλής και άλλο Μάρκος

Όταν ο Σεφερλής γίνεται Μάρκος, το πράγμα σοβαρεύει και εκεί ακριβώς υπάρχει το όριο

 

Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου

Ο Μάρκος Σεφερλής βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες στην επικαιρότητα και για ακόμη μια φορά ο ”πόλεμος” που έχει ξεσπάσει περιστρέφεται γύρω από την ποιότητα του ηθοποιού- κωμικού και της τέχνης του. Εάν υπήρχε αστυνομία γέλιου, ποιόν θα έπρεπε να συλλάβει; τον καλλιτέχνη; το κοινό που αρέσκεται στο να γελάει με τα αστεία του; ή μήπως θα έκανε επίπληξη σε αυτούς που την κάλεσαν, υπερασπιζόμενη το δικαίωμα του καθενός να γελάει με ό,τι θέλει και να μην τον κρίνουν γι’ αυτό;

Η αλήθεια είναι ότι αν υπήρχε αυτή η αστυνομία δεν θα υπήρχε κωμωδία. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που ο κόσμος δείχνει λίγο πιο ευαίσθητος απ’ ότι παλιότερα, μάλλον όλοι οι κωμικοί θα ήταν πίσω από τα σίδερα διότι στην προσπάθειά τους να γράψουν ένα αστείο θα είχαν προσβάλλει κάποιον. Κατά την ταπεινή μου άποψη ο καθένας θα πρέπει να είναι ελεύθερος να γελάει με ότι θέλει, όσο ”καλό” ή ”κακό” είναι ένα αστείο ή το κατά πόσο προσβάλλει κάποιον. Για παράδειγμα όταν ήμουν στο εξωτερικό συχνά, άκουγα ανέκδοτα για την φτώχεια τον Ελλήνων στην κρίση και -συγγνώμη κιόλας- γέλασα και δεν προσβλήθηκα. Γιατί; Γιατί ο σκοπός ήταν το να γελάσω και όχι το να προσβληθώ.

Ακριβώς εκεί έγκειται και η επικινδυνότητα ή μη ενός αστείου και ακριβώς εκεί υπάρχει και η διάκριση μεταξύ Μάρκου και Σεφερλή. Τα ρατσιστικά αστεία, τα αστεία που έχουν να κάνουν με ομοφυλόφιλους ή με τον θάνατο είναι απολύτως αποδεκτά όταν γίνονται από κάποιον ο οποίος δεν υιοθετεί στην καθημερινότητά του αυτές τις αντιλήψεις και έχει ως μοναδικό σκοπό το να κάνει τον κόσμο να γελάσει. Δεν σημαίνει ότι όποιος κάνει αστεία για τους γκέυ είναι ομοφοβικός ή ότι όποιος λέει ανέκδοτα με Γερμανούς, Αλβανούς και Πόντιους είναι ρατσιστής.

Η άποψη αυτή βέβαια είναι καθαρά υποκειμενική όπως επίσης και το χιούμορ και το τι είναι αστείο και τι όχι. Παρόλα αυτά όλοι κωμικοί μπορούν να κριθούν με βάση κάποια άλλα κριτήρια, όπως για παράδειγμα το πόσο καλογραμμένο είναι ένα αστείο ή το πόσο ”κουράστηκε” για να το γράψει. Με λίγα λόγια, ένα δομημένο αστείο σίγουρα θεωρείται πιο ποιοτικό από ένα αστείο όπου κάποιος ρεύεται ή μιλάει θηλυπρεπώς επειδή το αστείο έχει να κάνει με γκέι. Τον αν τα αστεία του Σεφερλή είναι ποιοτικά ή όχι μπορεί να το κρίνει ο καθένας, δεν είναι πυρηνική φυσική. Όλοι μπορούν να καταλάβουν πόση κούραση χρειάζεται για να παρουσιάσεις έναν «γύφτο» ο οποίος λέει «Α χα καλό ε;».

Συγκεκριμένα για το πρόσωπο των ημερών: δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό στο να γελάει κάποιος με τα αστεία του Σεφερλή. Το απόλυτα μεμπτό είναι να ασπάζεται τις απόψεις του Μάρκου. Όταν πρόκειται για ένα πρόσωπο ευρείας αποδοχής όπως αυτός, τον οποίο καλώς ή κακώς πολλοί τον έχουν αναγάγει σε πρότυπο, θα έπρεπε να είναι λίγο πιο προσεκτικός στην εικόνα που επιλέγει να παρουσιάσει στις παραστάσεις του για κάποιες κοινωνικές ομάδες ή φαινόμενα. Δεν είναι κακό το να γελάσεις με τον Βλάση Κουτουλούφα που ψάχνει τρόπους να βγάλει χρήματα, φοράει περίεργα ρούχα και είναι χαζός. Το κακό είναι να πιστεύεις ότι η Τσιγγάνοι είναι έτσι εν γένει. Το ίδιο ισχύει και με τους γκέι. Δεν είναι κακό το να αστειευτείς για τις σεξουαλικές προτιμήσεις κάποιου αλλά ταυτόχρονα να τις σέβεσαι, το κακό είναι να νομίζεις ότι οι γκέι είναι όπως οι χαρακτήρες του Σεφερλή ή για να ακριβολογούμε, του Μάρκου.

Η διάκριση μεταξύ κυρίως ονόματος και επιθέτου, γίνεται ακριβώς γιατί όσοι αποκαλούν τον Σεφερλή «Μάρκο» είναι αυτοί οι οποίοι τον έχουν κάνει είδωλο και ασπάζονται αυτά τα οποία περνάει μέσα από τα σκετς του. Και για να ξεφύγουμε και λίγο από το χιούμορ του, ο Σεφερλής τείνει τα τελευταία χρόνια να περνάει και τα ηθικά του διδάγματα στο τέλος της κάθε παράστασης με αποκορύφωμα, κατά τη γνώμη μου, το νούμερο με τους Θεούς του Ολύμπου οι οποίοι συζητούν για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα απ’ όπου βγαίνει συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί ζηλεύουν τον ήλιο μας και θέλουν να μας κατακτήσουν γι’ αυτό μας χτυπούν στη γλώσσα και το θρήσκευμα. Δηλαδή για να γίνει πιο κατανοητό. Ο Δίας, ο πατέρας των Θεών υπαινίσσεται ότι ο Έλληνας δέχεται επίθεση στο θρήσκευμά του, όντας ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, και ότι οι Γερμανοί είναι οι κακοί και εμείς οι καλοί.

Εδώ η κουβέντα περί χιούμορ τερματίζει. Εδώ ο σκοπός δεν είναι να διασκεδάσεις κάποιον. Σίγουρα ο Σεφερλής δεν φημίζεται για τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα των παραστάσεών του -περισσότερο τείνει προς τον διασκεδαστικό- αλλά όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο και ξέρεις ότι αυτοί που έχουν έρθει στο θέατρο σε ακούν ευλαβώς πρέπει να προσέχεις τι τους παρουσιάζεις. Εκεί ο Σεφερλής πάει περίπατο και μένει ο Μάρκος ο επικίνδυνος. Ακόμη πιο επικίνδυνο είναι το ότι σε αυτή τη σκηνή υπάρχουν και τα απαραίτητα σεξουαλικά κ.α. αστεία ώστε να είναι πιο εύπεπτο το πολιτικό μήνυμα που προσπαθεί να περάσει. Εκεί μιλάμε και για δόλο.

Συμπερασματικά λοιπόν, ο καθένας μπορεί να γελάει με ό,τι θέλει. Μπορεί να θεωρεί τον Σεφερλή τοπ κωμικό ή κάκιστο, περί ορέξεως που λέμε.Το να θεωρεί όμως τον Μάρκο πνευματικό άνθρωπο που θα τον οδηγήσει στην αλήθεια και να τον χειροκροτά συνεχώς στο τέλος κάθε λαϊκίστικης ατάκας που του χαϊδεύει τα αυτιά, αυτό όχι μόνο δεν είναι αποδεκτό αλλά χρίζει ψυχιατρικής βοήθειας.

Tags

Related Articles

Close
Close