Χωρίς κατηγορία

Η σφαγή στο Δομένικο Ελασσόνας από τους Ιταλούς κατακτητές

Στις 10 ιουνίου, ήταν η επέτειος της σφαγής του διστόμου. Της χειρότερης και πιο κτηνώδους καταστροφής κατά τη διάρκεια της παραμονής των κατοχικών δυνάμεων στην ελλάδα. Πίσω από το δίστομο, όμως, υπάρχει μια ολόκληρη σειρά μαρτυρικών δήμων και κοινοτήτων ανά την χώρα, που έζησαν την ιδιαίτερη σκληρότητα των κατακτητών.

Γράφει η Φιλοθέη Βαρσαμη

Ανάμεσα στα μαρτυρικά χωριά και το δικό μας: το δομένικο ελασσόνας, το χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πατέρας μου. Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης του δομενίκου έγκειται στο γεγονός ότι τη σφαγή και το ολοκαύτωμα δεν τα προκάλεσαν οι γερμανοί, αλλά οι ιταλοί, που γενικά θεωρούνται ως πιο ήπια περίπτωση κατακτητικού στρατού στην Ελλάδα. Και όμως.

Στις 16 φεβρουαρίου 1943 μια μικρή ομάδα εποχούμενων ιταλών κατευθυνόταν από τύρναβο προς ελασσόνα. Το αμέσως προηγούμενο διάστημα οι ιταλοί πλιατσικοκογούσαν στην περιοχή εξ ου και υπήρξαν φήμες για αντιστασιακή απάντηση. Όντως, την ημέρα εκείνη αντάρτες έστησαν ενέδρα στην περιοχή μαυρίτσα, πολύ κοντά στο δομένικο και άνοιξαν πυρ κατά ιταλών αυτοκινητιστών και μοτοσικλετιστών, σκοτώνοντας ένα εξ αυτών. Άμεσα άλλος μοτοσικλετιστής έφυγε για τύρναβο και πρόφτασε στο αρχηγείο τα μαντάτα.

Ακαριαία σηκώθηκαν δυο (σημείωση του πατέρα μου: μπορεί και να ταν ένα) αεροπλάνα και έκοβαν όλη τη μέρα βόλτες πάνω από το χωριό με στόχο να παρεμποδίσουν την φυγή κατοίκων. Οποιονδήποτε εντόπιζαν εκτός χωριού τον σκότωναν. Λίγο αργότερα έφτασαν δυνάμεις από τύρναβο και ελασσόνα και έκλεισαν όλες τις εξόδους του χωριού. Ένας διορισμένος δοσίλογος πρόεδρος, ο χώτος, αποθάρρυνε τους χωριανούς να το εγκαταλείψουν και επίσης χορήγησε στους ιταλούς ονομαστική λίστα με όλους τους άντρες δλδ τους άρρενες άνω των 14 ετών.

Οι ιταλοί γύρισαν το χωριό και βίαια ανάγκασαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ο πατέρας μου, μικρό παιδάκι τότε, τους είδε στην πόρτα, τρόμαξε και έτρεξε να κρυφτεί μέσα στο σπίτι του, στο οποίο είχαν ήδη βάλει οι ιταλοί στρατιώτες φωτιά. Η γιαγιά μου πετάχτηκε και τον έβγαλε έξω. Μόνη απώλεια τα παπούτσια του -τις επόμενες μέρες περπατούσε τις αναγκαστικές διαδρομές από το ένα χωριό στο άλλο, ξυπόλητος. Σε όλα τα σπίτια έβαλαν φωτιά και αν κάποιος ήταν ανήμπορος και δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει, τον σκότωναν επι τόπου.

Συγκέντρωσαν τους κατοίκους σε ένα σημείο παράμερα και τους άφησαν να παρακολουθούν τα σπίτια τους να καίγονται ενώ γύρω γύρω τους σημάδευαν με πολυβόλα. Ο πατέρας μου είχε κλείσει τα μάτια του να μη βλέπει, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει τον θόρυβο της φωτιάς και τις κραυγές των φλεγομενων ζώων. Όταν όλα τελείωσαν, «στο χωριό ουρλιάζανε τη νύχτα επτά σκυλιά». Κατά Τας Γραφάς.

Βράδυ πια, ανάγκασαν το συγκεντρωμένο πλήθος να φύγει από το δομένικο. Στη διαδρομή προς το άγνωστο, έστειλαν τα γυναικόπαιδα σε ένα γειτονικό χωριό, το αμούρι. Ο πατέρας μου θυμάται να περπατάει νύχτα, ξυπόλητος στα μέσα φεβρουαρίου και πάντα λέει ότι όμως είχε ένα φεγγάρι που «έκανε τη νύχτα, μέρα» και έτσι φοβόταν λίγο λιγότερο.

Στους άντρες είπαν ψέματα ότι τους πάνε σε στρατόπεδο στη λάρισα. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από το χωριό τους ανέβασαν σε ένα μικρό λοφάκι, το καυκάκι και τους εκτέλεσαν σε επτάδες. Πώς λέει ο στίχος ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό; Αυτό. Κάποιοι -ελάχιστοι- πλακώθηκαν από τους σκοτωμένους και έτσι τη γλίτωσαν. Ο παπάς του χωριού, που με συγκίνηση τον αναφέρει ο πατέρας, προσπαθούσε να εμψυχώσει τους συχωριανούς του και αυτό ήταν κάτι που το πλήρωσε λίγο πιο ακριβά: οι ιταλοί έβαλαν φωτιά στα γένια του, τον μισοέκαψαν ζωντανό, τον κορόιδευαν ότι είναι ρήγκα φεραίο και μετά τον σκότωσαν και αυτόν.

Τα γυναικόπαιδα γύρισαν στο καμμένο χωριό το πρωί. Εκεί έμαθαν και για την εκτέλεση των ανδρών. Ο πατέρας μου θυμάται ένα συλλογικό χαμό από ατομικούς θρήνους. Στα όρια της τρέλας. Από γυναίκες αβοήθητες, λεχώνες, πολύτεκνες, φρεσκοπαντρεμένες, ηλικιωμένες, όλες πολύ βαθιά απελπισμένες.

Θυμάται κάτι ακόμα. Τον χωροφύλακα μπάμπαλη που έστειλε τηλεγραφήματα στον ερυθρό σταυρό και στο ιταλικό φρουραρχείο ελασσόνας καταγγέλλοντας την καταστροφή. «Από παρελθούσης τρίτης κωμόπολις δομενίκου δεν υπάρχει». «Διαμαρτύρομαι με όλη τη δύναμη της ψυχής μου για τα αποτρόπαια εγκλήματα που διέπραξε ο στρατός σας στο δομένικο». Τον συλλάβανε αμέσως για τις καταγγελίες του αυτές και τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά τελικά τη γλίτωσε και την έβγαλε με εξορία στην ιταλία ως την απελευθέρωση. Εξ αιτίας του όμως υπάρχουν αποδείξεις για το ολοκαύτωμα του δομενικου, το οποίο, επισήμως, το ιταλικό κράτος αρνήθηκε, αρχικά, ότι συνέβη.

Έχω ακούσει την ιστορία της καταστροφής του χωριού πολύ λίγες φορές. Μία φορά του αγίου δημητρίου, γιατί θέλησε ο πατέρας να κανει μνημόσυνο στον μάρτυρα παπα δημήτρη. Μία άλλη γιατί τον ρώτησα. Μία γιατί ήταν χειμώνας και είχε ένα φεγγάρι που έκανε τη νύχτα, μέρα, όπως τότε. Δε θέλει να τα θυμάται. Αλλά και δεν μπορεί να τα ξεχάσει. Και αντίστροφα: δε μπορεί να τα θυμάται. Και δε θέλει να τα ξεχάσει. Από όσα μου έχει πει πιο πολύ μου έκανε εντύπωση ότι, αν και ήταν μικρούλης, τον πρώτο καιρό μετά τον εμπρησμό και το μακελειό, προσπαθούσε συστηματικά να μην κοιμάται τα βράδια για να μη βλέπει στον ύπνο του εφιάλτες με την καταστροφή του χωριού.

Μέρες όπως η προχθεσινή, που είναι η επέτειος της καταστροφής του διστόμου, νιώθω όσους στέκονται λίγο, μαθαίνουν για τα γεγονότα και αναμιμνήσκονται, σα μακρινούς συγγενείς μου. Διαβάζω και εγω για την τρομερη σφαγή, για τις εικόνες από την κόλαση που έζησαν εκεί τα παιδακια της ηλικίας του πατέρα μου. Διαβάζω για αυτή που θυμάται τα μυαλά της μάνας της στον τοίχο και σκέφτομαι μέσα μου πόσο κοντά αλλά και πόσο μακριά από την απόλυτη θηριωδία πέρασε το χωριό μου. Σκέφτομαι το μαρτύριο και την ανάγκη της μνήμης και ελπίζω «γυναίκες απ το δίστομο να χουν νερό και ξύδι» για να θάψουν με τις πρέπουσες τιμές τους εφιάλτες κάθε παιδιού που έζησε στην κάνδανο, στο δομένικο, στα καλάβρυτα ή στο δοξάτο το μαρτύριο του ύπνου που ήρθε ενώ τον απέφευγαν και έφερε καταραμένα όνειρα με φωτιές και σκοτωμούς.

Υγ. Στην κω και στην κεφαλονιά οι γερμανοί έσφαξαν χιλιάδες ιταλούς στρατιώτες-αιχμαλώτους πολέμου, όταν έσπασε εντελώς ο άξονας το φθινόπωρο του ‘43. Προηγουμένως, πολλοί ιταλοί στρατιώτες συνεργάστηκαν με την ελληνική αντίσταση, δημιουργώντας έτσι τις βάσεις της αντίληψης καλός ιταλός-κακός γερμανος κατακτητής. Δεν αδικώ την ιστορία, τους φέρεται με ευγένεια που ίσως την αξίζουν σε κάποιες περιπτωσεις. Στο μικρό γαλατικό χωριό μας όμως ισχύει ακόμα η περιγραφή του τολκιν: and he never forgave, and he never forgot. Έχει συσταθεί και μια επιτροπή που προσπαθεί και διεκδικεί αποζημίωσεις για τα θύματα του ολοκαυτώματος του δομενικου(δεν ανήκει η οικογένειά μου σε αυτούς, αλλά μακάρι να τα καταφέρουν). Δε θα πάρει κανεις τίποτα, το ξέρουν όλοι και κατά βάθος κανέναν νομίζω δεν πειράζει. Κάθε όμως φορά που επανέρχεται το θέμα με τις αποζημιώσεις επίσημα, εντός κρίσης ή εκτός και θυμάται το ελληνικό κράτος να κάνει τις διακοινώσεις του κλπ στις αυτοκρατορίες του άξονα, πάει το μυαλό μου στους συγγενείς που σπάρθηκαν στα μαρτυρικά χωριά απανταχού της ελλάδας και νομίζω ότι, όλοι οι επιζώντες και οι απόγονοι των εν στενή ή εν ευρεία εννοία θυμάτων του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού στην ελλάδα, τα ίδια σκεφτόμαστε:

Δεν είναι τα χρήματα. Να θυμηθούν πόσο μας στοίχισε θελουμε.

Tags

Related Articles

Back to top button
Close
Close